Αριθμ. Φ.80000/30722/1288/16.12.2010
Κανονισμός Λειτουργίας Ειδικής Επιτροπής Ρύθμισης Εσόδων.
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Έχοντας υπ’ όψη:
1. Τις διατάξεις του άρθ. 62 του νόμου 3863/2010 (ΦΕΚ 115Α).
2. Το Π.Δ/μα 213/92 (Α 102) «Οργανισμός’ της Γεν. Τραμ. Κοιν. Ασφαλίσεων»,
3. Το Π.Δ/μα 89/2010 «Διορισμός Υπουργών Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών» (Α 154),
4. Την αριθμ. Υ275/30.9.2010 απόφαση του Πρωθυπουργού «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Αναπληρωτή Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Γεωργίου Κουτρουμάνη». (ΦΕΚ 1595Β)
5. Τις διατάξεις άρθρου 7 του νόμου 3833/2010 (ΦΕΚ 40Α).
6. Τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3861/2010 (ΦΕΚ 112/Α/13.07.2010) «Ενίσχυση της διαφάνειας με την υποχρεωτική ανάρτηση νόμων και πράξεων των κυβερνητικών, διοικητικών και αυτοδιοικητικών οργάνων στο διαδίκτυο Πρόγραμμα Διαύγεια)).
7. Την Φ80000/24680/983/2010 (ΦΕΚ 326 ΥΟΔΔ) απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης «Συγκρότηση Ειδικής Επιτροπής Ρύθμισης Εσόδων».
8. Το άρθρο 90 του Π.Δ/τος 63/2005 (Α 98) και το γεγονός ότι από την παρούσα απόφαση δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού προϋπολογισμού,
9. Tις αποφάσεις των Δ.Σ. του ΙΚΑ − ΕΤΑΜ (αριθ. 210/2411−2010), των ΟΑΕΕ (αρ. 946/140/21−10−2010) του ΕΤΕΑΜ (αρ. 158/Συν. 38/25−10−2010) του ΕΤΑΠ − ΜΜΕ (αρ. 42/2010−2010), του ΤΕΑΙΤ (αρ. εγγράφου ΑΠ 85448/7794/Α00), αποφασίζουμε:
Άρθρο 1.
Σύνθεση της Ειδικής Επιτροπής Ρύθμισης Εσόδων.
Στην ΓΓΚΑ λειτουργεί η Ειδική Επιτροπή Ρύθμισης Εσόδων, που συστήνεται με το άρθρο 55 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ 115Α).
Η Επιτροπή απαρτίζεται από πέντε τακτικά μέλη (5), με τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους.
Στην Επιτροπή μετέχουν:
α) ο Γενικός Γραμματέας της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ως πρόεδρος με αναπληρωτή τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, που υπηρετεί στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης,
β) ο Διοικητής του Ι.Κ.Α. − Ε.Τ.Α.Μ με αναπληρωτή του έναν Υποδιοικητή του Ι.Κ.Α. − Ε.Τ.Α.Μ.,.
γ) ο Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Κοινωνικής Ασφάλισης της Γ.Γ.Κ.Α. του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, αναπληρούμενο από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Κύριας Ασφάλισης Μισθωτών της Γ.Γ.Κ.Α,
δ) ένας εκπρόσωπος των ασφαλισμένων με τον αναπληρωτή του,
ε) ένας εκπρόσωπος των εργοδοτών με τον αναπληρωτή του.
Τα μέλη και οι αναπληρωτές που προέρχονται από τους ασφαλισμένους και εργοδότες, υποδεικνύονται από τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε), και από το Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β), τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.), αντίστοιχα.
Ως εκπρόσωπος των εργοδοτών συμμετέχει κάθε φορά, ανάλογα με το είδος της επιχείρησης που αιτείται την ρύθμιση της οφειλής, ο εκπρόσωπος της αντίστοιχης εργοδοτικής οργάνωσης. Σε περίπτωση μη έγκαιρης υπόδειξης των μελών και αναπληρωτών τους, από τα αρμόδια όργανα, η συγκρότηση της Επιτροπής είναι νόμιμη αν έχει εγκαίρως ζητηθεί εγγράφως η υπόδειξη τους και τα υπόλοιπα μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.
Χρέη εισηγητού της Επιτροπής εκτελεί ο Προϊστάμενος του τμήματος αναγκαστικών μέτρων ή εσόδων της αντίστοιχης Διεύθυνσης Εσόδων του Ασφαλιστικού Φορέα στον οποίο υπάγεται ο αιτών τη ρύθμιση των εισφορών οφειλέτης.
Γραμματέας της Επιτροπής ορίζεται υπάλληλος της Γ.Γ.Κ.Α., με τον αναπληρωτή του. Η θητεία της Επιτροπής ορίζεται σε ενάμιση (1,5) έτος.
Άρθρο 2
Αρμοδιότητες της Επιτροπής.
1. Η Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 55 του νόμου 3863/2010 (ΦΕΚ 115Α), είναι αρμόδια για τη ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών εφόσον το ποσό της οφειλής υπερβαίνει:
α) για το ΙΚΑ − ΕΤΑΜ, τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (300.000 €), από κύριες εισφορές, πρόσθετα τέλη, πρόστιμα και λοιπές προσαυξήσεις,
β) για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ (80.000 €) από κύριες και λοιπές εισφορές, αυτοτελή πρόσθετα τέλη, πρόστιμα και λοιπές επιβαρύνσεις και
γ) για τον ΟΓΑ, τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (200.000 €) από οφειλές των επιχειρήσεων.
2. Ειδικότερα, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίζει για:
α) την τμηματική εξόφληση των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών μετά των αναλογούντων πρόσθετων τελών, προστίμων και λοιπών προσαυξήσεων και εξόδων αναγκαστικών μέτρων, που υπερβαίνουν τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά, σε 48 μηνιαίες δόσεις, με την προϋπόθεση καταβολής από τον οφειλέτη των τρεχουσών εισφορών.
Εξαιρούνται οι περιπτώσεις θεομηνιών, όπου η ρύθμιση των οφειλών γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 (ΦΕΚ 270Α).
Ο ανωτέρω αριθμός δόσεων είναι δυνατόν να ορισθεί σε εξήντα (60), εφόσον η επιχείρηση βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης ή έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και η κύρια οφειλή έχει επιβαρυνθεί με το ανώτατο ποσοστό προσαυξήσεων και δεν έχουν αποδώσει όλα τα αναγκαστικά και άλλα μέτρα είσπραξης που ισχύουν.
Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση των υπό εκκαθάριση ή πτώχευση επιχειρήσεων είναι η προκαταβολή ποσού ίσου με το 2% της συνολικής οφειλής. Στις περιπτώσεις εποχικών επιχειρήσεων, είναι δυνατόν η Επιτροπή να αποφασίζει τη ρύθμιση σε μηνιαίες δόσεις σύμφωνα με τα προβλεπόμενα, με τη δυνατότητα αυξημένου ποσού μηνιαίας δόσης κατά τη διάρκεια λειτουργίας αυτής και μειωμένου ποσού μηνιαίας δόσης κατά 30% όταν αυτή δεν λειτουργεί.
β) την αναστολή επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των οφειλετών του ασφαλιστικού φορέα και των περιουσιακών στοιχείων αυτών. Στην περίπτωση επίσπευσης πλειστηριασμού από τον ασφαλιστικό φορέα, πριν την παρέλευση ενός (1) έτους από την έκδοση της απόφασης ρύθμισης, είναι δυνατή η αναστολή αυτού μόνο, εφόσον καταβληθεί το 1/5 τής συνολικής οφειλής, πλέον των εξόδων εκτέλεσης του και ρυθμιστεί το υπόλοιπο της οφειλής, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 57 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ 115Α).
Η διαδικασία για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση αναστέλλεται με την καταβολή του 30% της οφειλής και τη ρύθμιση του υπολοίπου σε δόσεις σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του ίδιου ως άνω άρθρου.
γ) την επιβολή ποσοστού παρακράτησης επί του οφειλόμενου ποσού στις περιπτώσεις χορήγησης, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις αποδεικτικών ασφαλιστικής ενημερότητας, και
δ) τη λήψη κάθε νόμιμου μέτρου προς είσπραξη και εξασφάλιση των απαιτήσεων των ασφαλιστικών φορέων.
3. Επίσης η Επιτροπή, μπορεί να αποφασίζει αιτιολογημένα μετά από αίτημα του οφειλέτη ανεξαρτήτως ποσού οφειλής εφόσον ο οφειλέτης είναι συνεπής στους όρους της ρύθμισης και δεν οφείλει τρέχουσες εισφορές, για:
− την επαναφορά στη ρύθμιση, σε περίπτωση μη τήρησης των όρων της απόφασης για λόγους ανωτέρας βίας.
− τη χορήγηση βεβαιώσεων ασφαλιστικής ενημερότητας για οποιαδήποτε αιτία, εκτιμώντας ελεύθερα το ύψος του παρακρατούμενου ποσού, που προβλέπεται από τα οικεία άρθρα, χωρίς περιορισμό, με εξαίρεση τους εργοδότες του άρθρου 8 παρ. 5 εδάφιο ε’, του α.ν. 1846/1951.
Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης της Επιτροπής είναι ιδίως το μέγεθος του κινδύνου για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης, ο αριθμός των απασχολουμένων και η συνέπεια που έχει επιδείξει ο οφειλέτης στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων του μέχρι την υποβολή της αίτησης, καθώς και τα στοιχεία που αναφέρονται στην παραγρ. 4 του άρθρου 56 του ν.3863/2010.
Άρθρο 3
Συνεδριάσεις − Λειτουργία
1. Η Επιτροπή συγκαλείται μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, τακτά μεν τέσσερις (4) φορές το μήνα, έκτακτα δε κάθε φορά που, κατά την κρίση του Προέδρου, παρίσταται ανάγκη, για τη λήψη αποφάσεων επί θεμάτων αρμοδιότητάς της.
2. Η Επιτροπή συνεδριάζει στα γραφεία της Γ.Γ.Κ.Α. του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εδρεύει στην Αθήνα.
3. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής κηρύσσει την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνει τις εργασίες και φροντίζει για την εύρυθμη λειτουργία της Επιτροπής.
4. Ο Πρόεδρος καθορίζει την ημέρα, την ώρα και καλεί με την πρόσκληση τα τακτικά και τα αναπληρωματικά μέλη της Επιτροπής Μαζί με την ημερησία διάταξη αποστέλλονται προς τα μέλη εγγράφως εισηγήσεις για τα προς συζήτηση θέματα.
Σε περίπτωση που κάποιο μέλος κωλύεται να παραστεί, υποχρεούται να ειδοποιήσει άμεσα το Γραμματέα της Επιτροπής.
5. Ο Πρόεδρος δύναται μέχρι το τέλος της συνεδρίασης να αποσύρει οποιοδήποτε θέμα ημερησίας διάταξης, εφόσον μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν έχει ληφθεί απόφαση.
6. Η ημερησία διάταξη καταρτίζεται από τον Πρόεδρο, ο οποίος ορίζει και τα προς συζήτηση θέματα.
7. Η ημερησία διάταξη μαζί με την πρόσκληση σε συνεδρίαση, γνωστοποιείται από το γραμματέα, στα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη τουλάχιστον σαράντα οκτώ (48) ώρες πριν από τη συνεδρίαση, μπορεί δε να γίνει και με τηλεφώνημα, τηλεγράφημα, τηλεμοιοτυπία ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον το γεγονός αποδεικνύεται από σχετική σημείωση σε ειδικό βιβλίο, η οποία πρέπει να φέρει χρονολογία και την υπογραφή του προσώπου που έκανε την πρόσκληση. Η προθεσμία αυτή μπορεί, σε περίπτωση κατεπείγοντος, να συντμηθεί, η πρόσκληση όμως πρέπει να είναι έγγραφη και να βεβαιώνονται οι λόγοι που κατέστησαν τη σύντμηση αναγκαία.
Πρόσκληση των μελών δεν απαιτείται όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε ημερομηνίες τακτές, που ορίζονται με απόφαση του προέδρου, η οποία και γνωστοποιείται στα μέλη του.
Πρόσκληση δεν απαιτείται, επίσης όταν μέλος έχει δηλώσει, πριν από τη συνεδρίαση, κώλυμα συμμετοχής του σε αυτήν, ή όταν το κώλυμα τούτο είναι γνωστό στον πρόεδρο της Επιτροπής, οποίο βεβαιώνει ο ίδιος εγγράφως.
8. Η Επιτροπή συνεδριάζει έγκυρα παρουσία του Προέδρου όταν στη σύνθεση της μετέχουν, ως τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, περισσότερα από τα μισά των διορισμένων τακτικών μελών (απαρτία). Δύναται επίσης να συνεδριάσει παρουσία του νομίμου αναπληρωτή του Προέδρου.
9. Η απαρτία πρέπει να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης.
10. Αντικείμενο της συνεδρίασης είναι μόνο τα θέματα που περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη. Κατ’ εξαίρεση, μπορούν να συζητηθούν και θέματα που δεν περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη αν είναι παρόντα όλα τα τακτικά μέλη και συμφωνούν για τη συζήτηση.
11. Οι συνεδριάσεις είναι μυστικές. Η κατά τη συζήτηση παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών και του γραμματέα δεν επιτρέπεται. Η Επιτροπή όμως μπορεί να καλέσει, προς παροχή πληροφοριών ή προσαγωγή στοιχείων, υπηρεσιακά ή άλλα όργανα τα οποία και αποχωρούν πριν από την έναρξη της συζήτησης.
12. Αφού διαπιστωθεί από τον Πρόεδρο απαρτία των μελών της Επιτροπής, ο Γραμματέας διαβάζει τα Πρακτικά της προηγούμενης συνεδρίασης τα οποία επικυρώνονται υπογραφόμενα από τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον γραμματέα. Σε επείγουσες περιπτώσεις μπορεί η Επιτροπή κατά την ίδια συνεδρίαση να επικυρώσει τα Πρακτικά αυτής. Εάν κατά την επικύρωση προβληθεί οποιαδήποτε αντίρρηση μέλους, ο Πρόεδρος ενεργεί εξακρίβωση και γίνονται οι τυχόν θεωρηθείσες και επιβεβλημένες διορθώσεις.
Άρθρο 4
Αποφάσεις της Επιτροπής
1. Για την έγκυρη λήψη απόφασης απαιτείται απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.
2. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του πρόεδρου της Επιτροπής.
3. Το μέλος που απέχει από την ψηφοφορία ή δίδει λευκή ψήφο θεωρείται απόν.
4. Η ψηφοφορία στην Επιτροπή είναι φανερή.
5. Αν η συζήτηση της υπόθεσης διαρκεί περισσότερες από μία συνεδριάσεις, η απόφαση λαμβάνεται από τα μέλη που μετέχουν στην τελευταία συνεδρίαση, αφού προηγουμένως, τα μέλη που δεν μετείχαν στις προηγούμενες συνεδριάσεις, ενημερωθούν πλήρως ως προς τα ουσιώδη σημεία των κατ’ αυτές συζητήσεων. Η ενημέρωση πρέπει να προκύπτει από δήλωση των μελών αυτών, η οποία και καταχωρίζεται στα πρακτικά.
6. Για τις συνεδριάσεις της Επιτροπής συντάσσεται Πρακτικό στο οποίο μνημονεύονται, τα ονόματα και η ιδιότητα των παρισταμένων μελών, ο τόπος και ο χρόνος συνεδρίασης, τα θέματα που συζητήθηκαν με συνοπτική αλλά περιεκτική αναφορά στο περιεχόμενο τους, η μορφή και το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, και οι αποφάσεις που λήφθηκαν.
7. Στο Πρακτικό καταχωρούνται οι γνώμες των μελών που μειοψηφήσαν και τα ονόματα αυτών.
8. Αν πρόκειται για συνεδρίαση της Επιτροπής προς διατύπωση απλής γνώμης, στο οικείο Πρακτικό καταχωρούνται υποχρεωτικά όλες οι επιμέρους γνώμες που διατυπώθηκαν και τέθηκαν σε ψηφοφορία.
Άρθρο 5
Γραμματεία Επιτροπής
1. O γραμματέας επιλαμβάνεται, της ταξινόμησης των θεμάτων. Επίσης, είναι υπεύθυνος για τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας της Επιτροπής, καθώς και την κοινοποίηση των αποφάσεων της.
2. Ο γραμματέας συντάσσει και κοινοποιεί, με εντολή του Προέδρου ή του αναπληρωτή του, τις προσκλήσεις με τα θέματα της ημερησίας διάταξης στα μέλη της, τηρεί τα Πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής, καθώς και την κατάσταση παρουσίας των μελών αυτής.
3. Μετά την επικύρωση των Πρακτικών, επιμελείται της αρμόδιας κοινοποίησης των αποφάσεων της Επιτροπής για την εκτέλεση αυτών.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 16 Δεκεμβρίου 2010
Ο ΑΝΑΠΛ. ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΤΡΟΥΜΑΝΗΣ
