ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜOΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
"ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ & ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ"

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΘΕΜΑΤΟΣ "ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΣΧΕΔΙΑ ΝΟΜΟΥ - ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ"
Πίσω Aρχική σελίδα

 ΘΕΜΑ:  
ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ - ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ (Πέμπτη - 20/05/2010)

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ - ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ: Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την α­σφάλεια των εργαζομένων

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΈΚΘΕΣΗ σε pdf - ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ σε pdf

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την α­σφάλεια των εργαζομένων

Άρθρο πρώτο

Κυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 7 του Συ­ντάγματος ο παρών κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, με τον οποίο κωδικοποιού­νται οι ισχύουσες διατάξεις:

«ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Αρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κώδικας έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία. Προς το σκοπό αυ­τό, περιέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας, την εξάλειψη των συντελεστών κιν­δύνου των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματι­κών ασθενειών, την ενημέρωση, τη διαβούλευση, την ι­σόρροπη συμμετοχή, την κατάρτιση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, καθώς και τους κανόνες για την εφαρμογή των γενικών αυτών αρχών.

Αρθρο 2

Έκταση εφαρμογής

1. Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορίζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύ­σεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.

2. Οι διατάξεις του κώδικα εφαρμόζονται και στο έν­στολο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας με εξαίρεση ορισμένες δραστηριό­τητες του προσωπικού αυτού που παρουσιάζουν εγγε­νείς ιδιαιτερότητες. Στην περίπτωση αυτή:

α) για το έν­στολο προσωπικό των ενόπλων δυνάμεων πρέπει να ε­ξασφαλίζεται κατά το δυνατόν η υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων στο πλαίσιο των προαναφερόμενων δια­τάξεων και

β) για το ένστολο προσωπικό των σωμάτων ασφαλείας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 1.

3. Οι διατάξεις του κώδικα δεν εφαρμόζονται στο οι­κιακό υπηρετικό προσωπικό. Στην περίπτωση αυτή πρέ­πει να εξασφαλίζεται, όσο αυτό είναι δυνατόν, η υγεία και η ασφάλεια του ως άνω προσωπικού, εν όψει των στόχων του κώδικα.

4. Ειδικά στις θαλάσσιες μεταφορές, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του ν.δ. 187/1973 «Περί Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ 216 Α), του ν. 3816/1958 «Πε­ρί Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου» (ΦΕΚ 32 Α'), του ν. 486/1976 «Περί κυρώσεως της υπ' αριθ. 134 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «Περί προλήψεως των εργατικών ατυχημάτων των ναυτικών»» (ΦΕΚ 321 Α'), του ν. 948/1979 «Περί κυρώσεως της υπ' αριθμ. 147 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας «περί ελαχίστων επιπέδων ασφα­λείας των Εμπορικών πλοίων»» (ΦΕΚ 167 Α), του ν. 1314/1983 «Για την κύρωση της διεθνούς σύμβασης «για πρότυπα εκπαίδευσης, έκδοσης πιστοποιητικών και τή­ρησης φυλακών των ναυτικών, 1978»» (ΦΕΚ 2 Α) και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθέντων προεδρικών διαταγμάτων.

5. Ειδικά για τον κλάδο των μεταλλείων - λατομείων -ορυχείων εφαρμογή έχουν και οι πλέον δεσμευτικές ή και ειδικές διατάξεις της υπ' αριθμ. ΙΙ-5η/Φ/17402/12-12­1984 απόφασης Υπουργού Ενέργειας και Φυσικών Πό­ρων «Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών» (ΦΕΚ 931 Β).

6. Τα προεδρικά διατάγματα για θέματα υγείας και α­σφάλειας, όταν αφορούν το Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) ή Οργανισμούς Τοπικής Αυ­τοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) εκδίδονται με τη σύμπραξη και των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονι­κής Διακυβέρνησης και Οικονομικών.

Αρθρο 3

Ορισμοί

1. Για την εφαρμογή του παρόντος, νοείται ως:

α) Εργαζόμενος: κάθε πρόσωπο που απασχολείται α­πό έναν εργοδότη με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και των μαθη­τευόμενων, εκτός από το οικιακό υπηρετικό προσωπικό.

β) Εργοδότης: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το ο­ποίο συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργαζόμενο και έχει την ευθύνη για την επιχείρηση ή/και την εγκατά­σταση.

γ) Επιχείρηση: κάθε επιχείρηση, εκμετάλλευση, εγκα­τάσταση και εργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότη­τας στον οποίο κατατάσσεται.

δ) Εκπρόσωπος των εργαζομένων: κάθε εκλεγμένο ά­τομο, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του παρόντος και τα άρθρα 1, 2, 3, 4 και 5 του ν. 1767/1988 «Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις - Κύρωση της 135 διεθνούς σύμβασης εργασίας» (ΦΕΚ 63 Α').

ε) Τόπος εργασίας: κάθε χώρος όπου βρίσκονται ή με­ταβαίνουν οι εργαζόμενοι εξαιτίας της εργασίας τους και που είναι κάτω από τον έλεγχο του εργοδότη.

στ) Πρόληψη: το σύνολο των διατάξεων ή μέτρων που λαμβάνονται ή προβλέπονται καθ' όλα τα στάδια της δραστηριότητας της επιχείρησης, με στόχο την αποφυ­γή ή τη μείωση των επαγγελματικών κινδύνων.

ζ) Αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας: οι αρμόδιες υπηρε­σίες του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) κα­τά το άρθρο 69 παράγραφος 1 του παρόντος και για τον κλάδο των μεταλλείων - λατομείων - ορυχείων οι αρμό­διες για τον κλάδο αυτό υπηρεσίες ελέγχου.

2. Για την εφαρμογή του παρόντος στο Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α., ως «επιχείρηση» ή «εργοδότης» νοεί­ται «Υπουργείο, Περιφέρεια, Νομαρχία ή άλλη αυτοτε­λής ή αποκεντρωμένη Δημόσια Υπηρεσία, Νομικό Πρό­σωπο Δημοσίου Δικαίου ή Οργανισμός Τοπικής Αυτοδι­οίκησης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ B'

ΟΡΓΑΝΑ ΒΕΛΤΙΩΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ

Αρθρο 4

Σύσταση Επιτροπής Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (Ε.Υ.Α.Ε.) -Εκπρόσωποι των εργαζομένων

1. Οι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις που απασχολούν πάνω από πενήντα (50) άτομα έχουν δικαίωμα να συνι­στούν Επιτροπή Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομέ­νων (Ε.Υ.Α.Ε.), αποτελούμενη από εκλεγμένους εκπρο­σώπους τους στην επιχείρηση.

2. Στις επιχειρήσεις που απασχολούν από είκοσι (20) άτομα και πάνω οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να επι­λέγουν εκπροσώπους, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας σύμφωνα με τα άρθρα 4, 5, 6 και 7.

3. Στις επιχειρήσεις που απασχολούν κάτω από είκοσι (20) άτομα οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να διαβου­λεύονται μεταξύ τους και να επιλέγουν με πλειοψηφία εκπρόσωπό τους για την υγεία και ασφάλεια των εργα­ζομένων. Για τον εκπρόσωπο αυτόν ισχύουν οι ειδικότε­ρες ρυθμίσεις της παραγράφου 5, του άρθρου 5 παρ. 1 και 2, του άρθρου 6 παράγραφος 2 και του άρθρου 7 πα­ράγραφος 9. Ο εκπρόσωπος αυτός επιλέγεται για διάστη μα δύο ετών.

4. Ο χρόνος απαλλαγής από την εργασία, των παραπά­νω εκπροσώπων των εργαζομένων, για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 42.

5. Παραρτήματα, υποκαταστήματα, χωριστές εγκατα­στάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύσεις, εξαρτημένες από την κύρια επιχείρηση, θεωρούνται αυτοτελείς επιχειρή­σεις για την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού, εφόσον η απόσταση μεταξύ τους ή από την κύρια επιχείρηση δι­καιολογεί τη λειτουργία ιδιαίτερης Ε.Υ.Α.Ε. ή τον ορισμό ιδιαίτερου εκπροσώπου, σύμφωνα με την απόφαση του επιθεωρητή εργασίας στον οποίο μπορεί να προσφύγει κάθε μέρος σε περίπτωση διαφωνίας. Κατά της απόφα­σης του επιθεωρητή εργασίας επιτρέπεται προσφυγή ε­νώπιον του κατά τόπο αρμόδιου ειρηνοδίκη κατά τις δια­τάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας περί εργατικών διαφορών.

6. Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και στην παράγραφο 3 του άρθρου 8 προσφυγή, αν αφορά και μονίμους υπαλλήλους ή υπαλλήλους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οργανικές θέ­σεις του Δημοσίου, ν.π.δ.δ. ή Ο.Τ.Α., ασκείται ενώπιον του κατά τόπο αρμοδίου μονομελούς διοικητικού πρω­τοδικείου.

Αρθρο 5

Αρμοδιότητες Ε.Υ.Α.Ε. και εκπροσώπου εργαζομένων

1. Η Ε.Υ.Α.Ε. ή ο εκπρόσωπος είναι όργανο συμβου­λευτικό και έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α) μ ελετά τις συνθήκες εργασίας στην επιχείρηση, προτείνει μέτρα για τη βελτίωσή τους και του περιβάλ­λοντος εργασίας, παρακολουθεί την τήρηση των μέτρων για την υγεία και την ασφάλεια και συμβάλλει στην ε­φαρμογή τους από τους εργαζομένους,

β) σε περιπτώσεις σοβαρών εργατικών ατυχημάτων ή σχετικών συμβάντων προτείνει τα κατάλληλα μέτρα για την αποτροπή επανάληψής τους,

γ) επισημαίνει τον επαγγελματικό κίνδυνο στους χώ­ρους ή θέσεις εργασίας και προτείνει μέτρα για την αντιμετώπισή του, συμμετέχοντας έτσι στη διαμόρφω­ση της πολιτικής της επιχείρησης, για την πρόληψη του επαγγελματικού κινδύνου,

δ) ενημερώνεται από τη διοίκηση της επιχείρησης για τα στοιχεία των εργατικών ατυχημάτων και των επαγ­γελματικών ασθενειών που συμβαίνουν σε αυτήν,

ε) ενημερώνεται για την εισαγωγή στην επιχείρηση νέων παραγωγικών διαδικασιών, μηχανημάτων, εργαλεί­ων και υλικών ή για τη λειτουργία νέων εγκαταστάσεων σε αυτή, στο μέτρο που επηρεάζουν τις συνθήκες υγείας και ασφάλειας της εργασίας,

στ) σε περίπτωση άμεσου και σοβαρού κινδύνου καλεί τον εργοδότη να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα, χωρίς να αποκλείεται και η διακοπή λειτουργίας μηχανήματος ή εγκατάστασης ή παραγωγικής διαδικασίας,

ζ) μπορεί να ζητεί τη συνδρομή εμπειρογνωμόνων για θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του εργοδότη.

2. Η Ε.Υ.Α.Ε. ή ο εκπρόσωπος συνεδριάζει με τον ερ­γοδότη ή τον εκπρόσωπό του μέσα στο πρώτο δεκαήμε­ρο κάθε τριμήνου, σε ημέρα και ώρα που ορίζεται από κοινού, για τη διευθέτηση των θεμάτων που ανακύπτουν μέσα στην επιχείρηση και σχετίζονται με τις αρμοδιότη­τες της προηγούμενης παραγράφου. Στις κοινές συνε­δριάσεις μετέχουν ο τεχνικός ασφάλειας και ο ιατρός εργασίας της επιχείρησης που προβλέπονται στο άρθρο 8. Πριν από την ημέρα της κοινής συνεδρίασης, η Ε.Υ.Α.Ε. ή ο εκπρόσωπος καθορίζει τα θέματα τα οποία θα συζητήσει και τα γνωστοποιεί στον εργοδότη τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες νωρίτερα. Ο εργοδό­της γνωστοποιεί στην Ε.Υ.Α.Ε. ή στον εκπρόσωπο τα θέματα που επιθυμεί να συζητηθούν στην κοινή συνε­δρίαση τρεις (3) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν α­πό την ημέρα πραγματοποίησής της. Οι παραπάνω γνω­στοποιήσεις απευθύνονται επίσης μέσα στις ίδιες προ­θεσμίες και προς τον τεχνικό ασφάλειας και τον ιατρό εργασίας της επιχείρησης. Στις συνεδριάσεις αυτές συ­ντάσσονται πρακτικά εις διπλούν και τηρούνται το ένα α­ντίτυπο από τον εργοδότη και το άλλο από την επιτροπή ή τον εκπρόσωπο.

Αρθρο 6

Αριθμός μελών Ε.Υ.Α.Ε. - Υποχρεώσεις εργοδοτών

1. Η Ε.Υ.Α.Ε. αποτελείται:

α) από 2 μέλη σε επιχειρήσεις με 20 έως 100 εργα­ζομένους,

β) από 3 μέλη σε επιχειρήσεις με 101 έως 300 εργαζομένους,

γ) από 4 μ έλη σε επιχειρήσεις με 301 έως 600 εργαζομένους,

δ) από 5 μέλη σε επιχειρήσεις με 601 έως 1.000 εργα­ζομένους,

ε) από 6 μέλη σε επιχειρήσεις με 1.001 έως 2.000 ερ­γαζομένους,

στ) από 7 μέλη σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 2.000 εργαζομένους.

2. Ο εργοδότης οφείλει:

α) να διευκολύνει την Ε.Υ.Α.Ε. ή τον εκπρόσωπο των εργαζομένων στην άσκηση των καθηκόντων τους, σύμ­φωνα και με το άρθρο 42 παράγραφος 4,

β) να ενημερώνει και να παρέχει κάθε στοιχείο που α­φορά την επιχείρηση και είναι σχετικό με το έργο της Ε.Υ.Α.Ε. ή του εκπροσώπου των εργαζομένων.

Αρθρο 7

Εκλογή μελών Ε.Υ.Α.Ε. - Προστασία

1. Τα συμβούλια εργαζομένων υποδεικνύουν τα μέλη της Ε.Υ.Α.Ε. από τα μέλη τους. Αν στην επιχείρηση δεν υπάρχουν εκπρόσωποι ή συμβούλια εργαζομένων, που προβλέπονται από νόμο, οι εργαζόμενοι εκλέγουν σε γενική συνέλευση, που συγκαλείται για το σκοπό αυτό κάθε δύο χρόνια, τα μέλη της Ε.Υ.Α.Ε. ή τον εκπρόσωπό τους, για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, με άμεση και μυστική ψηφοφορία.

2. Η γενική συνέλευση αποτελείται από το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση και βρίσκεται σε απαρτία όταν παρίσταται τουλάχιστον το ήμισυ των εργαζομέ­νων σε αυτή. Αν δεν επιτευχθεί αυτή η απαρτία, τότε αρ­κεί το ένα τρίτο (1/3) των εργαζομένων στην επόμενη συνέλευση. Στη γενική συνέλευση απαγορεύεται να πα­ρίστανται και να ψηφίζουν πρόσωπα που δεν είναι εργαζόμενοι της επιχείρησης. Η πρώτη γενική συνέλευση συ­γκαλείται από το ένα εικοστό (1/20) τουλάχιστον των ερ­γαζομένων και την προεδρία της αναλαμβάνουν οι τρεις πρώτοι που υπογράφουν την πρόσκληση. Κάθε, εν συνε­χεία της πρώτης, γενική συνέλευση για εκλογές συγκα­λείται και προεδρεύεται, κατά περίπτωση, από τον εκ­πρόσωπο ή τα μέλη της Ε.Υ.Α.Ε..

3. Κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα να ψηφίσει για τον εκπρόσωπο ή τα μέλη της Ε.Υ.Α.Ε. και να εκλεγεί στα αξιώματα αυτά.

4. Οι υποψήφιοι για την Ε.Υ.Α.Ε. αναγράφονται σε ενι­αίο ψηφοδέλτιο με αλφαβητική σειρά. Κάθε εργαζόμε­νος έχει δικαίωμα να ψηφίσει από το ψηφοδέλτιο τό­σους υποψηφίους, όσος ο αριθμός των μελών της Ε.Υ.Α.Ε. Εκλέγονται οι υποψήφιοι που συγκεντρώνουν τις περισσότερες ψήφους. Σε περίπτωση ισοψηφίας ακο­λουθεί κλήρωση. Οι αμέσως επόμενοι σε αριθμό ψήφων αναδεικνύονται αναπληρωματικά μέλη.

5. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και για την εκλογή εκπροσώπου υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.

6. Για τον υπολογισμό του αριθμού των μελών της Ε.Υ.Α.Ε. λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση κατά το χρόνο διεξαγωγής της εκλο­γής.

7. Αίτηση για αναγνώριση ακυρότητας απόφασης γενι­κής συνέλευσης για εκλογές ασκείται στο ειρηνοδικείο της περιφέρειας που βρίσκεται η επιχείρηση, μέσα σε α­ποκλειστική προθεσμία δέκα (10) εργάσιμων ημερών, α­πό τη λήξη της γενικής συνέλευσης από το ένα πέμπτο (1/5) του αριθμού των εργαζομένων, καθώς και από ό­ποιον έχει προσωπικό έννομο συμφέρον.

8. Οι εκλογές διεξάγονται από τριμελή εφορευτική ε­πιτροπή που εκλέγεται από τη γενική συνέλευση των εργαζομένων. Ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής ε­κλέγεται από τα μέλη της. Η εφορευτική επιτροπή μεριμνά για τη διεξαγωγή των εκλογών, καταμετρά τις ψή­φους και ανακηρύσσει τους επιτυχόντες. Τηρεί πρακτικά για τις εκλογές και γνωστοποιεί το αποτέλεσμά τους στους εργαζομένους, στον εργοδότη και το σωματείο ή τα σωματεία της επιχείρησης.

9. Το άρθρο 14 του ν. 1264/1982 εφαρμόζεται και για τα μέλη της Ε.Υ.Α.Ε. και τους εκπροσώπους.

Αρθρο 8

Υποχρέωση απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας της επιχείρησης

1. Στις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζομένους ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας, σύμφωνα και με το άρθρο 12 παράγραφος 4.

2. Στις επιχειρήσεις που απασχολούν 50 και άνω εργα­ζομένους, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμο­ποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργα­σίας, σύμφωνα με το κεφάλαιο Β' του παρόντος.

3. Παραρτήματα, υποκαταστήματα, χωριστές εγκατα­στάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύσεις, εξαρτημένες από την κύρια επιχείρηση, θεωρούνται αυτοτελείς επιχειρή­σεις για την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού, εφόσον α­πέχουν μεταξύ τους ή από την κύρια επιχείρηση τόσο, ώστε να δυσχεραίνεται το έργο του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας, σύμφωνα με την απόφαση του επιθεωρητή εργασίας, στον οποίο μπορεί να προσφύγει κάθε μέρος σε περίπτωση διαφωνίας. Κατά της απόφα­σης του επιθεωρητή εργασίας επιτρέπεται προσφυγή ε­νώπιον του κατά τόπο αρμόδιου ειρηνοδίκη κατά τις δια­τάξεις του κώδικα πολιτικής δικονομίας περί εργατικών διαφορών.

4. Ο εργοδότης, για την αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας, θέτει στη διάθεσή τους το αναγκαίο βοηθητικό προσωπικό, χώρους, εγκαταστάσεις, συσκευές και γενι­κά τα απαραίτητα μέσα και βαρύνεται με όλες τις σχετι­κές δαπάνες.

5. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να διευκολύνει τον τεχνικό ασφάλειας και τον ιατρό εργασίας για την παρα­κολούθηση μαθημάτων εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 22.

Αρθρο 9

Παροχή υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης

1. Ο εργοδότης προκειμένου να ανταποκριθεί στις α­παιτήσεις του παρόντος για υποχρέωση χρησιμοποίησης υπηρεσιών τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας ή/και σε ιδιαίτερα προβλήματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, δύναται να επιλέξει μεταξύ της ανά­θεσης των καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας σε εργαζομένους στην επιχείρηση ή σε άτομα εκτός της επιχείρησης ή της σύναψης σύμβασης με τις Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης (ΕΞ.Υ.Π.Π.) του άρθρου 23 ή συνδυασμό μεταξύ αυτών των δυνατοτήτων.

2. Στην περίπτωση που παρέχονται υπηρεσίες τεχνι­κού ασφάλειας και ιατρού εργασίας συνδυασμένα από εργαζομένους στην επιχείρηση, ή/και από άτομα εκτός της επιχείρησης ή/και από ΕΞ.Υ.Π.Π., αυτοί οφείλουν να συνεργάζονται αναλόγως των αναγκών.

3. Αν ο εργοδότης αποτανθεί σε άτομα εκτός της επι­χείρησης ή σε ΕΞ.Υ.Π.Π., αυτά ενημερώνονται από τον εργοδότη για τους παράγοντες που έχουν ή μπορεί ναέχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων. Τα άτομα αυτά έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 47.

4. Ο εργοδότης πριν από την επιλογή ανάθεσης καθη­κόντων τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας σε εργαζομένους στην επιχείρηση ή σε άτομα εκτός της ε­πιχείρησης, έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί στην αρμό­δια Επιθεώρηση Εργασίας τα τυπικά και ουσιαστικά προ­σόντα τους, καθώς και την τυχόν απασχόλησή τους σε άλλη επιχείρηση, το χρόνο απασχόλησής τους με τα κα­θήκοντα αυτά, τα στοιχεία για το είδος και την οργάνω­ση της επιχείρησης, τον αριθμό των εργαζομένων, τον ελάχιστο προβλεπόμενο χρόνο απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας και λοιπές συναφείς πληροφορίες. Πέραν των ανωτέρω στοιχείων, πριν από την επιλογή ανάθεσης καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, σε άτομα εντός ή εκτός της επιχεί­ρησης, ο εργοδότης υποχρεούται να υποβάλλει στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας:

α) κατάσταση με την υλικοτεχνική υποδομή και το προσωπικό που διαθέτει η ίδια η επιχείρηση για την κά­λυψη των υποχρεώσεών της, όπως προκύπτει από την ι­σχύουσα νομοθεσία,

β) κατάσταση με την υλικοτεχνική υποδομή και τις υ­πηρεσίες που θα λαμβάνει συμπληρωματικά από Ε.Ξ.Υ.Π.Π. στην περίπτωση που τα διατιθέμενα σύμφω­να μ ε την περίπτωση α' δεν επαρκούν.

5. Η σύμβαση πρόσληψης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας γίνεται εγγράφως και αντίγραφό της κοινοποιείται από τον εργοδότη στην τοπική Επιθεώ­ρηση Εργασίας.

6. Η ανάθεση καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας και ια­τρού εργασίας σε άτομα εντός της επιχείρησης γίνεται εγγράφως από τον εργοδότη και αντίγραφό της κοινο­ποιείται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, συνοδεύε­ται δε απαραίτητα από αντίστοιχη δήλωση αποδοχής.

7. Σε περίπτωση ανάθεσης των καθηκόντων τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας σε ΕΞ.Υ.Π.Π., πριν από την επιλογή, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να γνωστο­ποιεί στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας τη γραπτή σύμβαση με την ΕΞ.Υ.Π.Π., στην οποία πρέπει να ανα­γράφονται:

α) το νομικό καθεστώς της ΕΞ.Υ.Π.Π.,

β) ο νόμιμος εκπρόσωπός της,

γ) η έδρα της,

δ) το είδος των προσφερόμενων υπηρεσιών,

ε) τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των αρμόδιων α­τόμων που έχουν ορισθεί για τη συγκεκριμένη επιχείρη­ση,

στ) ο χρόνος απασχόλησης των ατόμων αυτών στην ε­πιχείρηση,

ζ) τα στοιχεία για το είδος και την οργάνωση της επι­χείρησης,

η) ο αριθμός των εργαζομένων στην επιχείρηση και λοιπές συναφείς πληροφορίες,

θ) ο ελάχιστος προβλεπόμενος χρόνος απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας για την επι­χείρηση.

8. H αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας ελέγχει το νομό­τυπο των αναθέσεων, καθώς και την επάρκεια της υλικο­τεχνικής υποδομής και το νομότυπο των συμβάσεων. Ειδικά για την ανάθεση καθηκόντων ιατρού εργασίας πρέπει να υπάρχει και σχετική βεβαίωση άσκησης της συγκεκριμένης ιατρικής ειδικότητας από τον τοπικό ια­τρικό σύλλογο.

9. Στις επιχειρήσεις που έχουν υποχρέωση πλήρους α­πασχόλησης τουλάχιστον δύο τεχνικών ασφάλειας, συ­νιστάται υποχρεωτικά Εσωτερική Υπηρεσία Προστασίας και Πρόληψης (ΕΣ.Υ.Π.Π.).

10. Οι ΕΣ.Υ.Π.Π. επιτρέπεται να λειτουργούν ως ΕΞ.Υ.Π.Π. και να χρησιμοποιούνται από διάφορες επιχει­ρήσεις υπό την προϋπόθεση ότι κατέχουν την άδεια που προβλέπεται στο άρθρο 23 παρ. 3 και πληρούν και τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.

11. Ο τεχνικός ασφάλειας ή/και ο ιατρός εργασίας στο πλαίσιο των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με τις κείμε­νες διατάξεις έχουν υποχρέωση να διενεργούν τις απα­ραίτητες μετρήσεις και αν η επιχείρηση δεν διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για τις μετρήσεις αυτές, ο εργοδότης προσφεύγει σε ΕΞ.Υ.Π.Π.. Οι ανωτέρω καταγράφουν τα αποτελέσματα των μετρήσεων αυτών κατ' εφαρμογή των περιπτώσεων α' και ε' της παραγράφου 3 του άρ­θρου 38, αναφέρουν στον εργοδότη οποιαδήποτε παρά­λειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, προτείνουν μέ­τρα αντιμετώπισής τους και επιβλέπουν την εφαρμογή τους.

Αρθρο 10

Κατάταξη επιχειρήσεων ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας

Για να καθορισθούν οι ώρες απασχόλησης του τεχνι­κού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας, καθώς και το α­παιτούμενο επίπεδο γνώσεων του τεχνικού ασφάλειας, οι επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες κατατάσ­σονται σε κατηγορίες, των οποίων οι κλάδοι οικονομικής δραστηριότητας σημειώνονται με κωδικό αριθμό, με βά­ση τη στατιστική ταξινόμηση, από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, έτους 1980, ως ακολούθως:

Αρθρο 11

Προσόντα τεχνικού ασφάλειας

1. Ο τεχνικός ασφάλειας πρέπει να έχει τα παρακάτω προσόντα, ανάλογα με το είδος της επιχείρησης και τον αριθμό των εργαζομένων σε αυτή:

α) πτυχίο πολυτεχνείου ή πολυτεχνικής σχολής Ανώ­τατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Α.Ε.Ι.) του εσωτερικού ή ισότιμων σχολών του εξωτερικού, που το αντικείμενο σπουδών έχει σχέση με τις εγκαταστάσεις και την παρα­γωγική διαδικασία και άδεια άσκησης επαγγέλματος, που χορηγείται από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλά­δας (Τ.Ε.Ε.),

β) πτυχίο πανεπιστημιακής σχολής εσωτερικού ή ισότιμων σχολών του εξωτερικού, που το αντικείμενο σπουδών έχει σχέση με τις εγκαταστάσεις και την παρα­γωγική διαδικασία και άδεια άσκησης επαγγέλματος, ό­ταν αυτή προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία,

γ) πτυχίο Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) ή ισότιμων σχολών του εξωτερικού ή πτυχίο των πρώην σχολών υπομηχανικών και των Κέντρων Ανωτέ­ρας   Τεχνικής   και   Επαγγελματικής   Εκπαίδευσης (Κ.Α.Τ.Ε.Ε.),

δ) απολυτήριο τεχνικού λυκείου ή μέσης τεχνικής σχολής ή άλλης αναγνωρισμένης τεχνικής επαγγελμα­τικής σχολής του εσωτερικού ή ισότιμων σχολών του ε­ξωτερικού ή άδεια άσκησης επαγγέλματος εμπειροτέ­χνη.

2. Προϋπηρεσία, που υπολογίζεται από την απόκτηση απολυτηρίου ή πτυχίου, για τους τεχνικούς των περιπτώ­σεων α' και β' της παραγράφου 1 τουλάχιστον διετή, για τους τεχνικούς της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 τουλάχιστον πενταετή και για τους τεχνικούς της περί­πτωσης δ' της παραγράφου 1 τουλάχιστον οκταετή.

3. Για τους τεχνικούς ασφάλειας που έχουν παρακο­λουθήσει πρόγραμμα επιμόρφωσης σε θέματα ασφάλει­ας και υγείας των εργαζομένων, διάρκειας τουλάχιστον 100 ωρών, σύμφωνα με το άρθρο 22 που εκτελείται από τα αρμόδια Υπουργεία ή εκπαιδευτικούς ή άλλους δημό­σιους οργανισμούς ή από εξειδικευμένα Κέντρα Επαγ­γελματικής Κατάρτισης (Κ.Ε.Κ.) πιστοποιημένα για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, η προϋπηρεσία που προ­βλέπεται στην παράγραφο 2 μειώνεται ως εξής:

α) για τους τεχνικούς των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 κατά ένα έτος,

β) για τους τεχνικούς των περιπτώσεων γ' και δ' της παραγράφου 1 κατά τρία έτη.

4. Κάτοχοι των παραπάνω προσόντων θεωρούνται και όσοι έχουν τίτλους ή πιστοποιητικά της αλλοδαπής, από τα οποία προκύπτει ότι είναι τεχνικοί ασφάλειας.

5. Ο τεχνικός ασφάλειας υπάγεται απευθείας στη διοί­κηση της επιχείρησης.

6. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρό­ταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύ­στερα από γνώμη του Συμβουλίου Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (Σ.Υ.Α.Ε.), καθορίζεται το συγκεκριμένο επίπεδο γνώσεων και η ειδικότητα του τεχνικού ασφάλειας, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων και το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης. Με τα προεδρικά διατάγματα αυτά είναι δυνατή η τροποποίηση των άρθρων 10, 12 και 13 του παρόντος.

Αρθρο 12

Απαιτούμενο επίπεδο γνώσεων τεχνικού ασφάλειας

1. Στις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες της κατηγορίας Α' του άρθρου 10, και σε εκείνες της κατη­γορίας Β' του ίδιου άρθρου, που απασχολούν 650 άτομα και άνω, ο τεχνικός ασφάλειας πρέπει να έχει τα προσό­ντα της περίπτωσης α' ή β' της παραγράφου 1 του άρ­θρου 11.

Εφόσον προκύπτει υποχρέωση απασχόλησης και δεύ­τερου τεχνικού ασφάλειας, για τη συμπλήρωση του ελά­χιστου απαιτούμενου χρόνου απασχόλησης, σύμφωνα με το άρθρο 21, αυτός μπορεί να έχει τα προσόντα της περίπτωσης γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

2. Στις υπόλοιπες επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες της κατηγορίας Β' και της κατηγορίας Γ', ο τε­χνικός ασφάλειας πρέπει να έχει τα προσόντα της περί­πτωσης α' ή β' ή γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

3. Εφόσον προκύπτει υποχρέωση απασχόλησης περισ­σοτέρων από δύο τεχνικούς ασφάλειας, για τη συμπλή­ρωση του ελάχιστου απαιτούμενου χρόνου απασχόλη­σης, σύμφωνα με το άρθρο 21, οι πέραν του δευτέρου μπορούν να έχουν τα προσόντα του εδαφίου τέταρτου της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

4. Με την επιφύλαξη ειδικότερων ή πλέον δεσμευτι­κών διατάξεων, στις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγό­τερους από 50 εργαζομένους ο εργοδότης έχει την υπο­χρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφά­λειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρακάτω περι­πτώσεις και στις λοιπές σχετικές διατάξεις του παρόντα κώδικα:

α) Στις επιχειρήσεις που υπάγονται στην κατηγορία A', όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 10, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού α­σφάλειας που έχει τα προσόντα των περιπτώσεων α' ή β' ή γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11.

β) Στις επιχειρήσεις που υπάγονται στην κατηγορία B', όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 10, ο εργοδότης έχει υ­ποχρέωση να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της περί­πτωσης α'. Δύναται όμως σε ό,τι αφορά τον τεχνικό α­σφάλειας να αναθέτει τα καθήκοντα αυτά σε εργαζομέ­νους, με τα προσόντα της περίπτωσης δ' της παραγρά­φου 1 του άρθρου 11, εφόσον αυτοί απασχολούνται με πλήρες ωράριο στην επιχείρηση. Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης υποχρεούται να επιμορφώσει τον εργαζόμε­νο αυτόν, όπως ορίζεται ειδικότερα στο άρθρο 22.

γ) Στις επιχειρήσεις που υπάγονται στην κατηγορία Γ', όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 10, ο εργοδότης έχει υ­ποχρέωση να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της περί­πτωσης β'. Δύναται όμως να αναλάβει ο ίδιος τις υπο­χρεώσεις που προκύπτουν από την περίπτωση αυτή εφό­σον επιμορφωθεί κατάλληλα, σύμφωνα με το άρθρο 22.

5. Στις επιχειρήσεις που υπάγονται στις κατηγορίες Β' και Γ' του άρθρου 10 και απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζομένους, επιτρέπεται να αναλάβει ο ίδιος ο εργο­δότης τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του, όπως αυτές προβλέπονται στον παρόντα κώδικα και στα κατ' εξουσιοδότησή του προεδρικά διατάγματα, εφόσον έχει τα προσόντα των περιπτώσεων α' ή β' ή γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 και μία από τις ειδικότητες τεχνικών ασφάλειας, που σύμφωνα με το άρθρο 13 προβλέπονται για τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας που ανήκει η επιχείρησή του. Στην περί­πτωση των ανωτέρω επιχειρήσεων που υπάγονται στην κατηγορία Β' και απασχολούν λιγότερους από 20 εργαζομένους, αν ο εργοδότης έχει τα προσόντα των περι­πτώσεων α' ή β' ή γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 και μ ία από τις ειδικότητες τεχνικών ασφάλειας, που σύμφωνα με το άρθρο 13 δεν προβλέπεται για τον κλά­δο οικονομικής δραστηριότητας που ανήκει η επιχείρησή του, επιτρέπεται να αναλάβει ο ίδιος τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του, με την προϋπόθεση κατάλληλης επιμόρφωσης διάρκειας του­λάχιστον 35 ωρών, σύμφωνα με το άρθρο 22.

6. Στις επιχειρήσεις που υπάγονται στην κατηγορία Β' του άρθρου 10 και απασχολούν μέχρι και 6 εργαζομέ­νους, επιτρέπεται να αναλάβει ο ίδιος ο εργοδότης τις υ­ποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του μ ε την προϋπόθεση κατάλληλης επιμόρφωσης διάρ­κειας τουλάχιστον 35 ωρών σύμφωνα με το άρθρο 22 και εφόσον είναι πτυχιούχος τεχνικής ειδικότητας Τεχνι­κού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου ή Ινστιτούτου Ε­παγγελματικής Κατάρτισης ή άλλης αναγνωρισμένης τεχνικής επαγγελματικής σχολής και το αντικείμενο των σπουδών του σχετίζεται με τη δραστηριότητα της επιχείρησής του. Σε επιχειρήσεις που υπάγονται στην κατη­γορία Β' και απασχολούν μέχρι και 3 εργαζομένους επι­τρέπεται να αναλάβει ο ίδιος ο εργοδότης τις υποχρεώ­σεις του τεχνικού ασφάλειας στην επιχείρησή του με την προϋπόθεση κατάλληλης επιμόρφωσης διάρκειας τουλάχιστον 35 ωρών, σύμφωνα με το άρθρο 22 και ε­φόσον έχει άδεια άσκησης τεχνικού επαγγέλματος εμπειροτέχνη και το αντικείμενο της άδειάς του σχετίζε­ται μ ε τη δραστηριότητα της επιχείρησής του ή αποδε­δειγμένα ασκεί επί δεκαετία και πλέον την οικονομική δραστηριότητα για την οποία θα αναλάβει τις υποχρεώ­σεις του τεχνικού ασφάλειας.

7. Στις επιχειρήσεις του δεύτερου εδαφίου της παρα­γράφου 5 και στις επιχειρήσεις της παραγράφου 6 που ο ίδιος ο εργοδότης αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του τε­χνικού ασφάλειας, αυτός έχει την υποχρέωση να αναθέ­τει τη σύνταξη της γραπτής εκτίμησης κινδύνου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 43 σε πρό­σωπα που έχουν τα προσόντα των περιπτώσεων α' ή β' ή γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 11 και μια από τις ειδι­κότητες τεχνικών ασφάλειας που με το άρθρο 13 προ­βλέπονται για τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας που ανήκει η επιχείρησή του.

Αρθρο 13

Ειδικότητες τεχνικού ασφάλειας κατά δραστηριότητα επιχειρήσεων

Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να αναθέσουν καθήκο­ντα τεχνικού ασφάλειας σε άτομα με ειδικότητα από ε­κείνες που ορίζονται στον παρακάτω πίνακα:;

Αρθρο 14

Συμβουλευτικές αρμοδιότητες του τεχνικού ασφάλειας

1. Ο τεχνικός ασφάλειας παρέχει στον εργοδότη υπο­δείξεις και συμβουλές, γραπτά ή προφορικά, σε θέματα σχετικά με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Τις γραπτές υ­ποδείξεις ο τεχνικός ασφάλειας καταχωρεί σε ειδικό βι­βλίο της επιχείρησης, το οποίο σελιδομετρείται και θεω­ρείται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υπο­δείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο.

2. Ειδικότερα ο τεχνικός ασφάλειας:

α) συμβουλεύει σε θέματα σχεδιασμού, προγραμματισμού, κατασκευής και συντήρησης των εγκαταστάσε­ων, εισαγωγής νέων παραγωγικών διαδικασιών, προμή­θειας μέσων και εξοπλισμού, επιλογής και ελέγχου της αποτελεσματικότητας των ατομικών μέσων προστασίας, καθώς και διαμόρφωσης και διευθέτησης των θέσεων και του περιβάλλοντος εργασίας και γενικά οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας,

β) ελέγχει την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και των τεχνικών μέσων, πριν από τη λειτουργία τους, καθώς και των παραγωγικών διαδικασιών και μεθόδων εργασίας πριν από την εφαρμογή τους και επιβλέπει την εφαρμο­γή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης των ατυχημάτων, ενημερώνοντας σχετικά τους αρμόδιους προϊσταμένους των τμημάτων ή τη δι­εύθυνση της επιχείρησης.

Αρθρο 15

Επίβλεψη συνθηκών εργασίας

1. Για την επίβλεψη των συνθηκών εργασίας ο τεχνι­κός ασφάλειας έχει υποχρέωση:

α) να επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας από πλευ­ράς υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, να αναφέ­ρει στον εργοδότη οποιαδήποτε παράλειψη των μέτρων υγείας και ασφάλειας, να προτείνει μέτρα αντιμετώπι­σης της και να επιβλέπει την εφαρμογή τους,

β) να επιβλέπει την ορθή χρήση των ατομικών μέσων προστασίας,

γ) να ερευνά τα αίτια των εργατικών ατυχημάτων, να αναλύει και αξιολογεί τα αποτελέσματα των ερευνών του και να προτείνει μέτρα για την αποτροπή παρόμοιων ατυχημάτων,

δ) να εποπτεύει την εκτέλεση ασκήσεων πυρασφάλει­ας και συναγερμού για τη διαπίστωση ετοιμότητας προς αντιμετώπιση ατυχημάτων.

2. Για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στην επι­χείρηση ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση:

α) να μεριμνά ώστε οι εργαζόμενοι στην επιχείρηση να τηρούν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των ερ­γαζομένων και να τους ενημερώνει και καθοδηγεί για την αποτροπή του επαγγελματικού κινδύνου που συνε­πάγεται η εργασία τους,

β) να συμμετέχει στην κατάρτιση και εφαρμογή των προγραμμάτων εκπαίδευσης των εργαζομένων σε θέμα­τα υγείας και ασφάλειας.

3. Η άσκηση του έργου του τεχνικού ασφάλειας δεν α­ποκλείει την ανάθεση σε αυτόν από τον εργοδότη και άλλων καθηκόντων, πέρα από το ελάχιστο όριο ωρών απασχόλησής του ως τεχνικού ασφάλειας.

4. Ο τεχνικός ασφάλειας έχει, κατά την άσκηση του έργου του, ηθική ανεξαρτησία απέναντι στον εργοδότη και στους εργαζομένους. Τυχόν διαφωνία του με τον ερ­γοδότη, για θέματα της αρμοδιότητάς του, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο καταγγελίας της σύμβασής του. Σε κάθε περίπτωση η απόλυση του τεχνικού ασφάλειας πρέπει να είναι αιτιολογημένη.

5. Ο τεχνικός ασφάλειας έχει υποχρέωση να τηρεί το επιχειρησιακό απόρρητο.

Αρθρο 16

Προσόντα ιατρού εργασίας και βοηθητικού προσωπικού

1. Ο ιατρός εργασίας πρέπει να κατέχει και να ασκεί την ειδικότητα της ιατρικής της εργασίας, όπως πιστο­ποιείται από τον οικείο ιατρικό σύλλογο.

2. Κατ' εξαίρεση, τα καθήκοντα του ιατρού εργασίας, όπως αυτά προβλέπονται στον παρόντα κώδικα, έχουν δικαίωμα να ασκούν:

α) Οι ιατροί χωρίς ειδικότητα, οι οποίοι στις 15-5-2009 είχαν συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ιατρού εργασίας μ ε επιχειρήσεις και αποδεικνύουν την άσκηση των καθη­κόντων αυτών συνεχώς επί επτά τουλάχιστον έτη.

β) Οι ιατροί οι οποίοι στις 15-5-2009 εκτελούσαν καθή­κοντα ιατρού εργασίας χωρίς να κατέχουν ή να ασκούν τον τίτλο της ειδικότητας της ιατρικής της εργασίας, αλ­λά τίτλο άλλης ειδικότητας.

3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοι­νωνικής Ασφάλισης, Οικονομικών και Υγείας και Κοινω­νικής Αλληλεγγύης, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέ­σεις, ο χρόνος και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εκπαίδευση και την πιστοποίηση των αναγκαίων προ­σόντων για την απόκτηση του τίτλου της ειδικότητας της ιατρικής της εργασίας από ιατρούς των περιπτώσεων α' και β' της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και για την άσκηση αυτής έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας για την απόκτηση του ως άνω τίτλου της ειδικότητας της ιατρικής της εργασίας.

4. Ο ιατρός εργασίας υπάγεται απευθείας στη διοίκηση της επιχείρησης.

5. Ως βοηθητικό προσωπικό του ιατρού εργασίας, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 8, μπορούν να προσλαμβάνονται επισκέπτριες αδελφές και επισκέ­πτες αδελφοί πτυχιούχοι σχολών τετραετούς φοίτησης της ημεδαπής ή ισότιμων της αλλοδαπής ή αδελφές νο­σοκόμες και αδελφοί νοσοκόμοι, πτυχιούχοι σχολών μο­νοετούς φοίτησης της ημεδαπής ή ισότιμων της αλλο­δαπής.

Αρθρο 17

Συμβουλευτικές αρμοδιότητες του ιατρού εργασίας

1. Ο ιατρός εργασίας παρέχει υποδείξεις και συμβου­λές στον εργοδότη, στους εργαζομένους και στους εκ­προσώπους τους, γραπτά ή προφορικά, σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για τη σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων. Τις γραπτές υποδείξεις ο ιατρός εργασίας καταχωρεί στο ειδικό βιβλίο του άρ­θρου 14. Ο εργοδότης λαμβάνει γνώση ενυπογράφως των υποδείξεων που καταχωρούνται σε αυτό το βιβλίο.

2. Ειδικότερα ο ιατρός εργασίας συμβουλεύει σε θέματα:

α) σχεδιασμού, προγραμματισμού, τροποποίησης της παραγωγικής διαδικασίας, κατασκευής και συντήρησης εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων,

β) λήψης μέτρων προστασίας κατά την εισαγωγή και χρήση υλών και προμήθειας μέσων εξοπλισμού,

γ) φυσιολογίας και ψυχολογίας της εργασίας, εργονομίας και υγιεινής της εργασίας, της διευθέτησης και διαμόρφωσης των θέσεων και του περιβάλλοντος της εργασίας και της οργάνωσης της παραγωγικής διαδι­κασίας,

δ) οργάνωσης υπηρεσίας παροχής πρώτων βοηθειών, ε) αρχικής τοποθέτησης και αλλαγής θέσης εργασίας για λόγους υγείας, προσωρινά ή μόνιμα, καθώς και έντα­ξης ή επανένταξης μειονεκτούντων ατόμων στην παρα­γωγική διαδικασία, ακόμη και με υπόδειξη αναμόρφωσης της θέσης εργασίας.

3. Ο ιατρός εργασίας δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί­ται για να επαληθεύει το δικαιολογημένο ή μη, λόγω νό­σου, απουσίας εργαζομένου.

Αρθρο 18

Επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων

1. Ο ιατρός εργασίας προβαίνει σε ιατρικό έλεγχο των εργαζομένων σχετικό με τη θέση εργασίας τους, μετά την πρόσληψή τους ή την αλλαγή θέσης εργασίας, κα­θώς και σε περιοδικό ιατρικό έλεγχο κατά την κρίση του επιθεωρητή εργασίας ύστερα από αίτημα της Ε.Υ.Α.Ε., όταν τούτο δεν ορίζεται από το νόμο. Μεριμνά για τη διενέργεια ιατρικών εξετάσεων και μετρήσεων παραγό­ντων του εργασιακού περιβάλλοντος σε εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν κάθε φορά. Εκτιμά την καταλλη­λότητα των εργαζομένων για τη συγκεκριμένη εργασία, αξιολογεί και καταχωρεί τα αποτελέσματα των εξετάσε­ων, εκδίδει βεβαίωση των παραπάνω εκτιμήσεων και την κοινοποιεί στον εργοδότη. Το περιεχόμενο της βεβαίω­σης πρέπει να εξασφαλίζει το ιατρικό απόρρητο υπέρ του εργαζομένου και μπορεί να ελεγχθεί από τους υγειονομικούς επιθεωρητές του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, για την κατοχύρωση του εργαζομένου και του εργοδότη.

2. Ο ιατρός εργασίας επιβλέπει την εφαρμογή των μέ­τρων προστασίας της υγείας των εργαζομένων και πρό­ληψης των ατυχημάτων. Για το σκοπό αυτό:

α) επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας και αναφέρει οποιαδήποτε παράλειψη, προτείνει μέτρα αντιμετώπι­σης των παραλείψεων και επιβλέπει την εφαρμογή τους,

β) επεξηγεί την αναγκαιότητα της σωστής χρήσης των ατομικών μέτρων προστασίας,

γ) ερευνά τις αιτίες των ασθενειών που οφείλονται στην εργασία, αναλύει και αξιολογεί τα αποτελέσματα των ερευνών και προτείνει μέτρα για την πρόληψη των ασθενειών αυτών,

δ) επιβλέπει τη συμμόρφωση των εργαζομένων στους κανόνες υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, ενημε­ρώνει τους εργαζομένους για τους κινδύνους που προ­έρχονται από την εργασία τους, καθώς και για τους τρό­πους πρόληψής τους,

ε) παρέχει επείγουσα θεραπεία σε περίπτωση ατυχήματος ή αιφνίδιας νόσου. Εκτελεί προγράμματα εμβολιασμού των εργαζομένων με εντολή της αρμόδιας διεύθυνσης υγιεινής της νομαρχίας, όπου εδρεύει η επι­χείρηση.

3. Ο ιατρός εργασίας έχει υποχρέωση να τηρεί το ια­τρικό και επιχειρησιακό απόρρητο.

4. Ο ιατρός εργασίας αναγγέλλει μέσω της επιχείρη­σης στην Επιθεώρηση Εργασίας ασθένειες των εργαζομένων που οφείλονται στην εργασία.

5. Ο ιατρός εργασίας πρέπει να ενημερώνεται από τον εργοδότη και τους εργαζομένους για οποιοδήποτε πα­ράγοντα στο χώρο εργασίας που έχει επίπτωση στην υ­γεία.

6. Η επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων στον τόπο εργασίας δεν μπορεί να συνεπάγεται οικονομική επιβά­ρυνση γι' αυτούς και πρέπει να γίνεται κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας τους.

7. Η παράγραφος 4 του άρθρου 15 έχει εφαρμογή και για τον ιατρό εργασίας.

8. O ιατρός εργασίας στο πλαίσιο των υποχρεώσεών του και των υποχρεώσεων του εργοδότη, σύμφωνα με τις κείμενες ειδικές διατάξεις, εφόσον η επιχείρηση δεν διαθέτει την κατάλληλη υποδομή, έχει υποχρέωση να παραπέμπει τους εργαζομένους για συγκεκριμένες συμπληρωματικές ιατρικές εξετάσεις. Οι εξετάσεις αυ­τές διενεργούνται σε ΕΞ.Υ.Π.Π., ή σε κατάλληλες υπη­ρεσίες του ιδιωτικού τομέα ή σε προσδιοριζόμενες από τους Υπουργούς Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης αρμόδιες μονά­δες των ασφαλιστικών οργανισμών ή του Εθνικού Συ­στήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.). Στη συνέχεια ο ιατρός εργα­σίας λαμβάνει γνώση και αξιολογεί τα αποτελέσματα των παραπάνω εξετάσεων. Οι δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή της παραγράφου αυτής βαρύνουν τον εργοδότη.

9. Για κάθε εργαζόμενο ο ιατρός εργασίας της επιχεί­ρησης τηρεί σχετικό ιατρικό φάκελο. Επιπλέον καθιερώ­νεται και περιλαμβάνεται στον ιατρικό φάκελο, ατομικό βιβλιάριο επαγγελματικού κινδύνου, όπου αναγράφο­νται τα αποτελέσματα των ιατρικών και εργαστηριακών εξετάσεων, κάθε φορά που εργαζόμενος υποβάλλεται σε αντίστοιχες εξετάσεις. Δικαιούνται να λαμβάνουν γνώση του φακέλου και του ατομικού βιβλιαρίου του ερ­γαζομένου οι υγειονομικοί επιθεωρητές της αρμόδιας Ε­πιθεώρησης Εργασίας και οι ιατροί του ασφαλιστικού ορ­γανισμού, στον οποίο ανήκει ο εργαζόμενος, καθώς και ο ίδιος ο εργαζόμενος. Σε κάθε περίπτωση παύσης της σχέσης εργασίας, το βιβλιάριο παραδίδεται στον εργα­ζόμενο που αφορά.

10. Απαγορεύεται η αναγραφή και επεξεργασία στο α­τομικό βιβλιάριο επαγγελματικού κινδύνου του εργαζομένου, στοιχείων ή δεδομένων άλλων πέραν των αποτελεσμάτων των ιατρικών και εργαστηριακών εξετά­σεων στις οποίες αυτός υποβάλλεται κάθε φορά, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 9. Επιπλέον ια­τρικά δεδομένα επιτρέπεται να συλλεγούν, με επιμέλεια του ίδιου του εργαζομένου προκειμένου να αποτελέ­σουν αντικείμενο επεξεργασίας, μόνο εφόσον αυτό εί­ναι απολύτως απαραίτητο:

α) για την αξιολόγηση της καταλληλότητάς του για μια συγκεκριμένη θέση ή εργασία,

β) για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργοδότη για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και

γ) για τη θεμελίωση δικαιωμάτων του εργαζομένου και α­ντίστοιχη απόδοση κοινωνικών παροχών.

11. Όσοι αναγράφουν ή συλλέγουν ή επεξεργάζονται στοιχεία ή δεδομένα κατά παράβαση της παραγράφου 10 τιμωρούνται με τις διοικητικές και ποινικές κυρώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 21 και 22 του ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επε­ξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (ΦΕΚ 50 Α') αντίστοιχα. Σε περίπτωση πρόκλησης περιουσιακής ή ηθικής βλάβης εφαρμόζεται το άρθρο 23 του ν. 2472/1997.

12. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλλη­λεγγύης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αφορούν την τή­ρηση και το περιεχόμενο του ατομικού βιβλιαρίου επαγ­γελματικού κινδύνου, τη συλλογή και επεξεργασία επι­πλέον δεδομένων με τη συγκατάθεση και επιμέλεια του εργαζομένου, την επιβολή των κυρώσεων της παραγρά­φου 11 και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναγκαία για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Αρθρο 19

Δικαίωμα για ιατρικό έλεγχο - Υποχρέωση ενημέρωσης

1. Προς εξασφάλιση της κατάλληλης επίβλεψης και τη διάγνωση τυχόν βλάβης της υγείας του σε συνάρτηση μ ε τους κινδύνους, όσον αφορά την ασφάλεια και την υ­γεία κατά την εργασία, κάθε εργαζόμενος, εφόσον δεν προβλέπονται άλλα ειδικά μέτρα από τη νομοθεσία για τον ιατρικό του έλεγχο, μπορεί να προσφεύγει στον ια­τρό εργασίας της επιχείρησης ή σε αρμόδια μονάδα του Ε.Σ.Υ. ή του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο ανή­κει ο εργαζόμενος, σύμφωνα με τις ισχύουσες ασφαλι­στικές και υγειονομικές διατάξεις σχετικές με την προληπτική ιατρική.

2. Σε περίπτωση που από τη μονάδα του ασφαλιστικού οργανισμού ή τη μονάδα του Ε.Σ.Υ., διαπιστωθεί ενδε­χόμενο πρόβλημα της υγείας που πιθανόν συνδέεται με το εργασιακό περιβάλλον, ενημερώνεται σχετικά η αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και ο ιατρός εργασίας της επιχείρησης για όλα τα απαραίτητα στοιχεία.

3. Σε κάθε περίπτωση οι δαπάνες που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου αυτού δεν βαρύνουν τον ίδιο τον εργαζόμ ενο.

Αρθρο 20

Συνεργασία τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας

1. Ο τεχνικός ασφάλειας και ο ιατρός εργασίας υπο­χρεούνται κατά την εκτέλεση του έργου τους να συνερ­γάζονται, πραγματοποιώντας κοινούς ελέγχους των χώ­ρων εργασίας.

2. Ο τεχνικός ασφάλειας και ο ιατρός εργασίας οφεί­λουν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, να συ­νεργάζονται με την Ε.Υ.Α.Ε. ή τον αντιπρόσωπο των ερ­γαζομένων.

3 Ο τεχνικός ασφάλειας και ο ιατρός εργασίας οφεί­λουν να παρέχουν συμβουλές σε θέματα υγείας και α­σφάλειας των εργαζομένων στα μέλη της Ε.Υ.Α.Ε. ή τον εκπρόσωπο των εργαζομένων και να τους ενημερώνουν για κάθε σημαντικό σχετικό ζήτημα.

4. Αν ο εργοδότης διαφωνεί με τις γραπτές υποδείξεις και συμβουλές του τεχνικού ασφάλειας ή του ιατρού ερ­γασίας, οφείλει να αιτιολογεί τις απόψεις του και να τις κοινοποιεί και στην Ε.Υ.Α.Ε. ή στον εκπρόσωπο. Σε περί­πτωση διαφωνίας η διαφορά επιλύεται από τον επιθεω­ρητή εργασίας και μόνο.

Αρθρο 21

Χρόνος απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας

1. Καθορίζεται ο ετήσιος χρόνος απασχόλησης τεχνι­κού ασφάλειας και ιατρού εργασίας για κάθε μια από τις κατηγορίες επιχειρήσεων, εκμεταλλεύσεων και εργα­σιών του άρθρου 10, σε ώρες ανά εργαζόμενο ως εξής:

2. Σε κάθε περίπτωση απασχόλησης τεχνικού ασφά­λειας και ιατρού εργασίας ο ελάχιστος πραγματικός χρόνος ετήσιας απασχόλησης για τον καθένα χωριστά δεν μπορεί να είναι μικρότερος των:

α) 25 ωρών ετησίως για επιχειρήσεις, που απασχο­λούν μέχρι 20 άτομα,

β) 50 ωρών ετησίως για επιχειρήσεις, που απασχολούν από 21 -50 άτομα και

γ) 75 ωρών ετησίως για επιχειρήσεις, που απασχο­λούν περισσότερα από 50.

3. α) Ο συνολικός μέγιστος (ετήσιος) πραγματικός χρόνος απασχόλησης τεχνικού ασφάλειας σε μία ή πε­ρισσότερες επιχειρήσεις, δεν μπορεί να υπερβαίνει τον προβλεπόμενο χρόνο απασχόλησης μισθωτού.

β) Η διάταξη αυτή δεν αφορά το προσωπικό των Υπη­ρεσιών Προστασίας και Πρόληψης, για το οποίο ισχύουν οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί όρων απα­σχόλησης.

γ) Ο συνολικός ετήσιος χρόνος απασχόλησης του τε­χνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας τους, η κατανομή του χρόνου αυτού κατά μήνα, σύμφωνα με την παράγραφο 4, καθώς και το ωράριο απασχόλησής τους αναγράφονται υπο­χρεωτικά στους πίνακες καταστάσεων εργασίας σύμφω­να με το π.δ. της 27-6-1932, το ν. 515/1970 και τυχόν άλ­λες παλαιές διατάξεις. Τα στοιχεία αυτά αναγράφονται και στις καταστάσεις που αναρτώνται στους χώρους ερ­γασίας ώστε όλοι οι εργαζόμενοι να γνωρίζουν τις ώρες παρουσίας του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργα­σίας στην επιχείρηση. Κάθε αλλαγή των παραπάνω στοι­χείων πρέπει να ανακοινώνεται έγκαιρα στην αρμόδια Ε­πιθεώρηση Εργασίας.

4. Ο χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας κατανέμεται κατά μήνα με κοι­νή συμφωνία του εργοδότη και της Ε.Υ.Α.Ε..

5. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρό­ταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύ­στερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., ορίζεται, κατά τροποποί­ηση των διατάξεων των προηγουμένων παραγράφων και του άρθρου 10, ο χρόνος κατά τον οποίο κάθε επιχείρη­ση οφείλει να απασχολεί τεχνικό ασφάλειας και ιατρό εργασίας, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων και το είδος της δραστηριότητας της επιχείρησης.

6. Ο χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας μπορεί να αυξομειώνεται κατά συγκεκριμένη επιχείρηση με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του κατά περί­πτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., ανάλογα με τη συχνότητα και τη βαρύτητα των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθε­νειών που εμφανίζονται στην περίπτωση αυτή.

7. Αν ο χρόνος απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας ή του ιατρού εργασίας υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο ό­ριο, η επιχείρηση πρέπει να διαθέτει και άλλους τεχνι­κούς ασφάλειας ή ιατρούς εργασίας.

8. Επιτρέπεται ο ίδιος τεχνικός ασφάλειας ή ιατρός εργασίας να χρησιμοποιείται από ομάδα ομοειδών επι­χειρήσεων ή από επιχειρήσεις κατά περιοχή.

9. Με κοινή απόφαση η οποία εκδίδεται από τον Υ­πουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και τον Υ­πουργό Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Υ.Α.Ε., καθορίζονται ο μέγιστος αριθμός πλοίων στα οποία μπορεί ταυτόχρονα να παρέχει υπηρεσίες ο ίδιος τεχνικός ασφάλειας και ο ελάχιστος ημερήσιος χρόνος υποχρεωτικής απασχόλησής του και παρουσίας του επί του πλοίου κατά το χρονι­κό διάστημα που εκτελούνται εργασίες, ανάλογα με το είδος των πλοίων, το είδος των εκτελούμενων εργασιών, τις θέσεις και την περιοχή ελλιμενισμού, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.

Αρθρο 22

Επιμόρφωση τεχνικών ασφάλειας, ιατρών εργασίας και εκπροσώπων των εργαζομένων

1. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υ­πουργού, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., εγκρίνεται η εκτέλεση προγραμμάτων επιμόρφωσης των τεχνικών α­σφάλειας, των ιατρών εργασίας, των μ ελών των Ε.Υ.Α.Ε. και των εκπροσώπων από τα αρμόδια υπουρ­γεία ή εκπαιδευτικούς ή άλλους δημόσιους οργανισμούς.

2. H επιμόρφωση των τεχνικών ασφάλειας, των ια­τρών εργασίας και των εκπροσώπων των εργαζομένων, που παρέχεται από τους φορείς που ορίζονται εκάστοτε σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διενεργείται και από το Ελληνικό Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε.), (άρθρο 6 της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας 1991-1992), καθώς και από τα διαπιστευμένα κέντρα κατάρτισης, βάσει του άρ­θρου 17 του ν. 2224/1994 (ΦΕΚ 112 Α').

3. Οι φορείς που διενεργούν τα παραπάνω επιμορφω­τικά προγράμματα, υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης τα προτεινόμενα προγράμματα επιμόρφωσης, τα προσόντα των εκπαιδευομένων και των εκπαιδευτών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. H Γενική Διεύθυνση εισηγείται σχετικά στο Σ.Υ.Α.Ε..

4. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυ­βερνήσεως και ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Υ.Α.Ε., ρυθμίζονται η οργάνωση, η λειτουργία, το είδος και η διάρκεια των εν λόγω προγραμμάτων, η διδακτέα ύλη, τα προσόντα των διδασκόντων και των εκπαιδευομένων, τα πιστοποιητικά που χορηγούνται και κάθε αναγκαία λε­πτομέρεια. Με τις ίδιες αποφάσεις ρυθμίζονται και οι δα­πάνες εκτέλεσης των επιμορφωτικών προγραμμάτων, οι οποίες οπωσδήποτε δεν βαρύνουν τους εργαζομένους.

5. Με τις υπουργικές αποφάσεις της παραγράφου 4 καθορίζονται και οι φορείς που επιτρέπεται να εκτελούν τα προγράμματα επιμόρφωσης ανάλογα με τα προσό­ντα των εκπαιδευομένων.

6. Ο χρόνος αποχής των εργαζομένων από την εργα­σία, για την παρακολούθηση των προγραμμάτων αυτών, θεωρείται χρόνος εργασίας για κάθε συνέπεια από τη σχέση εργασίας και για την αμοιβή τους και δεν μπορεί να συμψηφιστεί με την κανονική ετήσια άδειά τους.

Αρθρο 23

Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης (ΕΞ.Υ.Π.Π.)

1. Οι υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργα­σίας, μπορούν να παρέχονται σε μια επιχείρηση και από ατομικές επιχειρήσεις ή νομικά πρόσωπα έξω από την ε­πιχείρηση, που στο εξής θα ονομάζονται «Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης» (ΕΞ.Υ.Π.Π.). Οι ΕΞ.Υ.Π.Π. ασκούν τις αρμοδιότητες και έχουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλει­ας και του ιατρού εργασίας, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

2. Δικαίωμα σύστασης ΕΞ.Υ.Π.Π. έχουν επίσης:

α) οργανισμοί εποπτευόμενοι από τα Υπουργεία Ερ­γασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινω­νικής Αλληλεγγύης,

β) ν.π.δ.δ. με δραστηριότητες σχετικές με τις συνθή­κες εργασίας καθώς και τα επιμελητήρια,

γ) τα ανώτατα ή ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα,

δ) συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων,

ε) ενώσεις εργοδοτών,

στ) μικτές συμπράξεις των ανωτέρω.

3. Οι ΕΞ.Υ.Π.Π. για να αρχίσουν να λειτουργούν και να παρέχουν υπηρεσίες υποχρεούνται να κατέχουν σχετική άδεια σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

4. Οι ΕΞ.Υ.Π.Π. συνδέονται με κάθε επιχείρηση με γραπτή σύμβαση. H σύμβαση αυτή κοινοποιείται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και στους εκπροσώπους των εργαζομένων ή αλλιώς ανακοινώνεται στους εργα­ζομένους της επιχείρησης. Στη σύμβαση αναγράφονται τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του άρ­θρου 9.

5. Καταγγελία, λύση ή αλλαγή της σύμβασης μιας επι­χείρησης με ΕΞ.Υ.Π.Π. δεν μπορεί να οφείλεται σε δια­φωνία για θέματα αρμοδιότητας της δεύτερης. Σε κάθε περίπτωση η καταγγελία, η λύση ή η αλλαγή της σύμβα­σης πρέπει να είναι αιτιολογημένη και κοινοποιείται στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

6. Οι υποχρεώσεις και οι ευθύνες που αναλαμβάνει με τη σύμβαση η ΕΞ.Υ.Π.Π. κατά κανένα τρόπο δεν μεταφέ­ρονται σε εργαζομένους που απασχολεί.

7. Οι ΕΞ.Υ.Π.Π., προκειμένου να παρέχουν τις υπηρε­σίες της παραγράφου 1, πρέπει να διαθέτουν το ανα­γκαίο προσωπικό με την απαιτούμενη επιστημονική εξει­δίκευση και σε ικανό αριθμό, καθώς επίσης τα απαι­τούμενα μέσα ή εξοπλισμό, ώστε να πληρούνται οι προ­ϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας για το σκοπό αυτό και για κάθε μία από τις επιχειρήσεις με τις οποίες συμβάλλονται.

8. Όταν οι επιχειρήσεις με τις οποίες συμβάλλονται οι ΕΞ.Υ.Π.Π., δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα μέσα ή εξοπλισμό για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ό­πως για τη διενέργεια μετρήσεων, εξετάσεων κ.λπ., οι ΕΞ.Υ.Π.Π. μπορούν να διαθέτουν δικά τους μέσα ή εξοπλισμ ό. Στην περίπτωση αυτή γίνεται σχετική αναφορά στη γραπτή σύμβαση της παραγράφου 4.

9. Οι ΕΞ.Υ.Π.Π. υποχρεούνται να τηρούν φακέλους για κάθε μία επιχείρηση, με την οποία συμβάλλονται. Στους φακέλους καταχωρούνται αντίγραφα κάθε υπόδειξης, έ­ρευνας, μέτρησης ή εξέτασης που σχετίζεται με την επι­χείρηση. Οι καταχωρήσεις αυτές πρέπει να καταγράφο­νται από την ΕΞ.Υ.Π.Π. και στα βιβλία, τα οποία υποχρε­ούται να τηρεί η επιχείρηση.

10. Οι ΕΞ.Υ.Π.Π. τηρούν αναλυτικά δελτία παρουσίας κάθε τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας μ ε το χρόνο απασχόλησής τους σε κάθε επιχείρηση, συγκε­ντρωτικό πίνακα των οποίων υποβάλλουν στην αρμόδια Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε εξαμή­νου. Επίσης συντάσσουν ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων την οποία υποβάλλουν στην παραπάνω Γενική Διεύθυν­ση το πρώτο δίμηνο κάθε έτους.

11. Ανάλογες υποχρεώσεις με αυτές της προηγούμε­νης παραγράφου έχουν και τα άτομα εκτός των επιχει­ρήσεων που αναλαμβάνουν καθήκοντα τεχνικού ασφά­λειας και ιατρού εργασίας.

12. Το προσωπικό της ΕΞ.Υ.Π.Π. υποχρεούται να τηρεί το επιχειρησιακό απόρρητο, που αφορά τόσο την ίδια ό­σο και την επιχείρηση με την οποία συμβάλλεται.

13. Οι ΕΞ.Υ.Π.Π. υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας κάθε στοιχείο που τους ζητείται, για να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να εκ­πληρώσουν τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με βά­ση τη σύμβαση της παραγράφου 5.

14. H αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας έχει επίσης πρό­σβαση σε όλα τα στοιχεία των φακέλων, που αναφέρο­νται στην παράγραφο 10.

15. Το άρθρο 70 έχει εφαρμογή και για παροχή στοι­χείων από την ΕΞ.Υ.Π.Π., που αφορούν την υγεία και α­σφάλεια των εργαζομένων σε επιχειρήσεις με τις οποί­ες συμβάλλεται.

Αρθρο 24

Γνωμοδοτική επιτροπή για χορήγηση άδειας λειτουργίας ΕΞ.Υ.Π.Π.

1. Στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης λειτουργεί γνωμοδοτική επιτροπή για θέματα χορήγη­σης αδειών λειτουργίας των ΕΞ.Υ.Π.Π. που προβλέπο­νται στα άρθρα 9 και 23 και στο π.δ. 95/1999 «Όροι ίδρυ­σης και λειτουργίας Υπηρεσιών Προστασίας και Πρόλη­ψης» (ΦΕΚ 102 Α').

2. Μέλη της γνωμοδοτικής επιτροπής ΕΞ.Υ.Π.Π. είναι: δύο υπάλληλοι του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης, ένας υπάλληλος του Υπουργείου Υγεί­ας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ένας εκπρόσωπος της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος (Γ.Σ.Ε.Ε.), ένας εκπρόσωπος των εργοδοτών που υποδεικνύεται α­πό κοινού από τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων και Βιομηχα­νιών (Σ.Ε.Β.), από τη Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελμα­τιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας (Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε.) και την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (Ε.Σ.Ε.Ε.) και τρεις εκπρόσωποι επιστημονικών φορέων από το Τ.Ε.Ε., την Ένωση Ελλήνων Χημικών (Ε.Ε.Χ.) και τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο (Π.Ι.Σ.).

3. Χρέη προέδρου στην επιτροπή ασκεί ο ανώτερος στο βαθμό υπάλληλος του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και σε περίπτωση ομοιοβάθμων εκείνος που έχει τα περισσότερα χρόνια υπηρεσίας στο βαθμό.

4. Έργο της επιτροπής είναι ο έλεγχος των υπό αδειοδότηση ΕΞ.Υ.Π.Π. και η σχετική γνωμοδότηση προς την αρμόδια Γενική Διεύθυνση του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Στη γνωμοδότηση αναφέρονται και οι απόψεις των μειοψηφούντων μελών της επιτρο­πής.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζονται ειδικότερα θέματα σχετικά με την συγκρότηση και λειτουργία της επιτροπής, τις αρμοδιότητες και τον τρόπο άσκησης του έργου της και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Οικονομικών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυ­βερνήσεως καθορίζονται θέματα σχετικά με την απο­ζημίωση των μελών της ανωτέρω επιτροπής.

Αρθρο 25

 Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρό­ταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύ­στερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., επεκτείνεται η εφαρμο­γή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού και σε ειδικές κατηγορίες επιχειρήσεων με αυξημένο επαγγελματικό κίνδυνο.

2. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρό­ταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα α­πό γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., οι ιατροί εργασίας που αναφέρο­νται στο κεφάλαιο αυτό εντάσσονται στο Εθνικό Σύστη­μα Υγείας (Ε.Σ.Υ.), σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύ­ουν γι' αυτό και ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

3. Με την επιφύλαξη των άρθρων 11 παρ. 6 και 21 παρ. 5 με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύ­στερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., ρυθμίζονται στις λεπτομέρειές τους τα θέματα προσόντων, ειδικότερων καθηκόντων και όρων εργασίας του ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας, θέματα σχετικά με τις αρμοδιότη­τες των επιτροπών υγείας και ασφάλειας και λοιπών εκ­προσώπων των εργαζομένων, τον τρόπο ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων και του εργοδότη για τους σκοπούς και τα μέτρα εφαρμογής των σχετικών διατάξεων του παρόντος κώδικα και του ν. 2224/1994, ό­πως κατάρτιση και περιεχόμενο ατομικού ιατρικού φακέ­λου του εργαζομένου, τήρηση βιβλιαρίου επαγγελματι­κού κινδύνου και υγείας των εργαζομένων, τήρηση και περιεχόμενο βιβλίου του τεχνικού ασφάλειας, θέματα που αφορούν την οργάνωση και τους όρους και προϋπο­θέσεις λειτουργίας των εταιρειών παροχής των υπηρε­σιών ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας και θέμα­τα σχετικά με την άσκηση καθηκόντων ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφάλειας από τον ίδιο τον εργοδότη, ο έ­λεγχος για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας από τις περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και κάθε αναγκαία λεπτομέ­ρεια για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων των άρ­θρων 25, 71 και 72 καθώς και των διατάξεων του ν. 2224/1994.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΟΡΓΑΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΕ ΕΘΝΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Αρθρο 26

Συμβούλιο Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (Σ.Υ.Α.Ε.)

Στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (Α.Σ.Ε.) του Υπουρ­γείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης λειτουργεί τμήμα αρμόδιο να γνωμοδοτεί αποκλειστικά σε θέματα προστασίας της υγείας των εργαζομένων και υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας, με την ονομασία «Συμβού­λιο Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων» (Σ.Υ.Α.Ε.), σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα στο άρθρο 25 του π.δ. 368/1989 «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας» (ΦΕΚ Α' 163), όπως ισχύει.

Αρθρο 27

Νομαρχιακές Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (Ν.Ε.Υ.Α.Ε.)

1. Σε κάθε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση συγκροτείται και λειτουργεί συλλογικό γνωμοδοτικό όργανο για θέματα προστασίας της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων στους τόπους εργασίας, με την ονομασία Νομαρχιακή Επιτροπή Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (Ν.Ε.Υ.Α.Ε.). Μέλη της Ν.Ε.Υ.Α.Ε. είναι:

α) ο νομάρχης, ή ο νόμιμος αναπληρωτής του, ως πρό­εδρος,

β) ο επιθεωρητής εργασίας του νομού,

γ) ένας διευθυντής της Νομαρχίας,

δ) ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Υγείας και Κοι­νωνικής Αλληλεγγύης,

ε) ένας εκπρόσωπος των εργαζομένων της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., που υποδεικνύεται από την Α.Δ.Ε.Δ.Υ.,

στ) ένας εκπρόσωπος των εργαζομένων στους Ο.Τ.Α., που υποδεικνύεται από την Π.Ο.Ε. - Ο.Τ.Α.,

ζ) ένας εκπρόσωπος της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων (Τ.Ε.Δ.Κ.), που υποδεικνύεται από την Τ.Ε.Δ.Κ.,

η) δύο εκπρόσωποι του αντιπροσωπευτικότερου εργα­τικού κέντρου του νομού, που υποδεικνύονται με από­φαση της διοίκησής του,

θ) δύο εκπρόσωποι εργοδοτικής οργάνωσης του νομού από τη βιομηχανία, τη βιοτεχνία και το εμπόριο, που υποδεικνύονται με απόφαση των διοικήσεών τους.

Ο διορισμός των μ ελών στις περιπτώσεις ε' έως και θ' γίνεται με απόφαση του νομάρχη.

Στις περιπτώσεις ε' έως και θ' οι διοικήσεις ορίζουν και αναπληρωτές. Αν δεν υποδειχθούν εκπρόσωποι, σύμφωνα με τις περιπτώσεις ε' έως και θ', μέσα σε προ­θεσμία είκοσι (20) ημερών από τη σχετική πρόσκληση του νομάρχη, η Ν.Ε.Υ.Α.Ε. συγκροτείται και λειτουργεί χωρίς τη συμμετοχή τους.

2. Με απόφαση του νομάρχη ρυθμίζονται τα θέματα των συνεδριάσεων, της λήψης αποφάσεων, της γραμμα­τειακής υποστήριξης και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εύρυθμη λειτουργία της επιτροπής. Στις συνεδριά­σεις της επιτροπής μπορούν να συμμετέχουν χωρίς ψή­φο, ύστερα από πρόσκληση του νομάρχη, εκπρόσωποι άλλων υπηρεσιών του νομού, εκπρόσωποι επιστημονι­κών οργανώσεων του νομ ού και ειδικοί επιστήμονες.

3. Έργο της Ν.Ε.Υ.Α.Ε. είναι να γνωμοδοτεί:

α) σχετικά μ ε την εφαρμογή στο νομό των διατάξεων για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας και την προ­στασία της υγείας των εργαζομένων,

β) για το συντονισμό της δράσης των αρμόδιων υπη­ρεσιών και οργάνων του νομού, σχετικά με τα θέματα αυτά,

γ) για την οργάνωση εκδηλώσεων και επιμορφωτικών προγραμμάτων, σχετικών με την πρόληψη των εργατι­κών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών.

4. Στον πρόεδρο και τα μέλη των Ν.Ε.Υ.Α.Ε. δεν κατα­βάλλεται αποζημίωση.

Αρθρο 28

Σύσταση μικτών επιτροπών ελέγχου των συνθηκών υγείας και ασφάλειας της εργασίας, για τις οικοδομές και τα εργοταξιακά έργα και στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιά - Δραπετσώνας - Κερατσινίου -Περάματος - Σαλαμίνας

1. Σε κάθε νομό ή πόλη συγκροτούνται και λειτουρ­γούν, με βάση τις περιφερειακές υπηρεσίες Επιθεώρη­σης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μικτές επιτροπές ελέγχου των συνθηκών υ­γείας και ασφάλειας της εργασίας, για τις οικοδομές και τα εργοταξιακά έργα. Επίσης συγκροτούνται και λει­τουργούν τέτοιες επιτροπές και στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιά - Δραπετσώνας - Κερατσινίου - Πε­ράματος - Σαλαμίνας. Οι επιτροπές αυτές καλύπτουν το­πικά ομοειδείς επιχειρήσεις που, λόγω αριθμού εργα­ζομένων, δεν εμπίπτουν ούτε εν μέρει στις διατάξεις του Κεφαλαίου Α'.

2. Η σύνθεση των μικτών επιτροπών ελέγχου, υπό τον επιθεωρητή εργασίας, περιλαμβάνει εκπροσώπους των εργαζομένων και έναν εκπρόσωπο του Τ.Ε.Ε., όπως και μέλος υποδεικνυόμενο από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, εφόσον πρόκειται για τις επιτροπές ελέγχου ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης Πειραιά - Δραπετσώνας -Κερατσινίου - Περάματος - Σαλαμίνας.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να καθορίζεται ειδικότερα το έργο των επιτροπών, η θητεία των μελών τους, ο τρόπος υπό­δειξης των εκπροσώπων των εργαζομένων, η περιοδικό­τητα των ελέγχων και κάθε άλλη αναγκαία για τη λει­τουργία τους, λεπτομέρεια.

4. Η συγκρότηση των μικτών επιτροπών γίνεται με α­ποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Α­σφάλισης, όπου οι τοπικές ανάγκες το απαιτούν. Ο Υ­πουργός μπορεί να αναθέτει στην ίδια επιτροπή και αρμοδιότητα σε περιοχή άλλης ή άλλων Επιθεωρήσεων Εργασίας του ίδιου νομού.

5. Ο έλεγχος εφαρμογής της νομοθεσίας, η επιβολή διοικητικών κυρώσεων, καθώς και η υποβολή μηνύσεων για παράβαση των διατάξεων για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων γίνεται μόνο από τον επιθεωρητή ερ­γασίας.

6. Οι επιτροπές λειτουργούν κατά τις ώρες λειτουρ­γίας των δημοσίων υπηρεσιών και βρίσκονται σε απαρτία όταν τα παρόντα μέλη, μεταξύ των οποίων και ο πρόε­δρος, είναι περισσότερα από τα απόντα, ανεξαρτήτως του αριθμού των μ ελών της.

7. Στους εκπροσώπους των εργαζομένων και του Τ.Ε.Ε. που μετέχουν στην επιτροπή, καταβάλλεται αμοι­βή για κάθε ώρα απασχόλησής τους, η οποία βαρύνει τον προϋπολογισμό του Οργανισμού Εργατικής Εστίας (Ο.Ε.Ε.). Το ύψος της ανωτέρω αμοιβής, ο τρόπος κατα­βολής της και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και Οικονομικών.

8. Ο χρόνος συμμετοχής των εκπροσώπων των εργαζομένων στην επιτροπή, για τον οποίο λαμβάνουν αμοι­βή, θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης στους φορείς κύ­ριας και επικουρικής ασφάλισης και για όλους τους κλά­δους ασφάλισης που υπάγονται λόγω του επαγγέλματός τους. Οι εισφορές που υπολογίζονται στις ως άνω καταβαλλόμενες αμοιβές, αποδίδονται στους παραπάνω φορείς από τον Ο.Ε.Ε.. Η εργοδοτική εισφορά για τους εκπροσώπους των εργαζομένων, που μετέχουν στην ε­πιτροπή, βαρύνει τον προϋπολογισμό του Ο.Ε.Ε., χωρίς να υφίσταται μεταξύ τους εργασιακή σχέση, η δε εργατι­κή, τους ίδιους.

9. Στις μικτές επιτροπές ελέγχου στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιά - Δραπετσώνας - Κερατσινίου -Περάματος - Σαλαμίνας συμμετέχει και ένας πτυχιού­χος χημικός ή διπλωματούχος χημικός μηχανικός του Γενικού Χημείου του Κράτους που υποδεικνύεται με τον αναπληρωτή του από τον Υπουργό Οικονομικών. Με α­πόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφά­λισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνή­σεως προσδιορίζεται η δυνατότητα εκτέλεσης του έρ­γου των επιτροπών σε ημέρες και ώρες πέραν των εργα­σίμων των δημοσίων υπηρεσιών καθώς και οι όροι και η διαδικασία για την παροχή του έργου αυτού.

10. Οι παραβάτες των υποχρεώσεων για τη συμπλή­ρωση και τήρηση του βιβλίου ημερήσιας παρουσίας απα­σχολούμενου προσωπικού στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιά - Δραπετσώνας - Κερατσινίου - Περάματος - Σαλαμίνας της υπ' αριθμ. 131517/25-9-1988 κοινής α­πόφασης Υπουργών Εργασίας, Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εμπορικής Ναυτιλίας «Τή­ρηση βιβλίου ημερήσιας παρουσίας απασχολούμενου προσωπικού στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιά -Δραπετσώνας - Κερατσινίου - Περάματος - Σαλαμίνας» (ΦΕΚ 711 Β'), τιμωρούνται με τις διοικητικές και ποινι­κές κυρώσεις των άρθρων 71 και 72.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΚΤΙΡΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ

Αρθρο 29

Σχεδιασμός χώρων εργασίας

1. Η μελέτη των χώρων εργασίας πρέπει να αποβλέπει στη δημιουργία ασφαλούς και υγιεινού περιβάλλοντος και ακώλυτης ροής της εργασίας. Οι διαστάσεις των χώ­ρων εργασίας πρέπει να είναι ανάλογες με το είδος της παραγωγικής διαδικασίας και τον αριθμό των εργαζομέ­νων.

2. Σε κάθε θέση εργασίας πρέπει να υπολογίζεται ε­λεύθερη επιφάνεια ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να κι­νείται ανεμπόδιστα κατά την εκτέλεση της εργασίας του.

3. Σε θέσεις εργασίας με αυξημένο κίνδυνο ατυχήματος, που δεν εποπτεύονται και που βρίσκονται έξω από το οπτικό ή το ακουστικό πεδίο των υπόλοιπων θέσεων εργασίας, κατά την κρίση του τεχνικού ασφάλειας, πρέ­πει να υπάρχουν συστήματα με τα οποία, σε περίπτωση κινδύνου, να μπορούν να ειδοποιηθούν πρόσωπα για πα­ροχή βοήθειας.

4. Χώροι εργασίας, που δεν είναι κλειστοί από κάθε πλευρά, επιτρέπονται μόνο εφόσον αυτό είναι απαραίτη­το για λόγους λειτουργίας ή παραγωγής. Το ίδιο ισχύει και για χώρους εργασίας, όπου οι πύλες ή οι θύρες οδη­γούν άμεσα στο ύπαιθρο και παραμένουν συνέχεια ανοι­χτές. Οι θέσεις εργασίας των χώρων εργασίας που δεν είναι κλειστοί από κάθε πλευρά ή εκείνων που παραμέ­νουν συνέχεια ανοιχτοί διευθετούνται έτσι, ώστε οι εργαζόμενοι να προφυλάσσονται από τις καιρικές συνθή­κες.

5. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρό­ταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύ­στερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., ορίζονται:

α) το ελάχιστο ύψος των χώρων εργασίας, σε συνάρ­τηση με την επιφάνειά τους, ο ελάχιστος απαιτούμενος όγκος κατά εργαζόμενο και εργασία, η ελάχιστη ελεύθε­ρη επιφάνεια κίνησης στη θέση εργασίας ή γύρω από αυ­τή, καθώς και ο απαιτούμενος εξοπλισμός και εφοδιασμός των χώρων εργασίας για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος,

β) οι απαιτούμενοι χώροι υγιεινής, ενδιαίτησης και πα­ροχής ιατρικών υπηρεσιών και

γ) οι κατασκευαστικές απαιτήσεις των διαφόρων στοι­χείων των κτιριακών εγκαταστάσεων, ώστε να αποτρέ­πεται ο επαγγελματικός κίνδυνος που προέρχεται από αυτές.

Αρθρο 30

Σχέδιο διαφυγής και διάσωσης - Οδός διάσωσης και έξοδοι κινδύνου

1. Ο εργοδότης οφείλει να καταρτίσει σχέδιο διαφυ­γής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας, εφόσον α­παιτείται από τη θέση, την έκταση και το είδος της εκμε­τάλλευσης. Το σχέδιο διαφυγής και διάσωσης πρέπει να αναρτάται σε κατάλληλες θέσεις στους χώρους εργα­σίας. Το σχέδιο πρέπει να δοκιμάζεται τακτικά, με ασκή­σεις ή άλλο πρόσφορο τρόπο, ώστε σε περίπτωση κινδύ­νου ή καταστροφής να μπορούν οι εργαζόμενοι να δια­σωθούν.

2. Η χάραξη, οι διαστάσεις και η διευθέτηση των οδών διάσωσης και των εξόδων κινδύνου πρέπει να είναι ανά­λογες μ ε τις εγκαταστάσεις, τη χρήση και την επιφάνεια των χώρων εργασίας, καθώς και με τον αριθμό των ερ­γαζομένων. Οι οδοί διάσωσης επισημαίνονται κατάλλη­λα και πρέπει να οδηγούν σε ελεύθερο ή ασφαλή χώρο από το συντομότερο δυνατό δρόμο.

Αρθρο 31

Συντήρηση - Έλεγχος

1. Ο εργοδότης οφείλει να συντηρεί τους τόπους ερ­γασίας και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση α­ποκατάσταση των ελλείψεων, που έχουν σχέση με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. Αν από τις ελλεί­ψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία, στο σημείο που εμφανί­ζονται οι ελλείψεις, μέχρι την αποκατάστασή τους.

2. Τα συστήματα ασφάλειας για την πρόληψη και την άρση του επαγγελματικού κινδύνου πρέπει να συντη­ρούνται τακτικά και να ελέγχονται για την ικανότητα λει­τουργίας τους, τουλάχιστο μια φορά το εξάμηνο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τις ισχύουσες διατάξεις ή επιβάλλεται από τους κανόνες της επιστήμης και της τε­χνικής εμπειρίας. Η χρονολογία συντήρησης και ελέγ­χου καθώς και οι σχετικές παρατηρήσεις πρέπει να κατα­χωρούνται ενυπόγραφα από τον αρμόδιο, που έκανε τη συντήρηση ή τον έλεγχο, σε ειδικό βιβλίο.

3. Οι εγκαταστάσεις και τα μέσα παροχής πρώτων βοηθειών πρέπει να ελέγχονται τακτικά με μέριμνα του εργοδότη για την πληρότητα και την ικανότητα χρησιμοποίησής τους.

Αρθρο 32

Ανεμπόδιστη κυκλοφορία στους χώρους εργασίας

1. Οι διάδρομοι κυκλοφορίας πρέπει να διατηρούνται συνεχώς ελεύθεροι. Ιδιαίτερα δεν πρέπει να κλειδώνο­νται, να φράζονται ή να μειώνεται η δυνατότητα διάκρι­σης των θυρών, που βρίσκονται στην πορεία των οδών διάσωσης.

2. Στις θέσεις εργασίας επιτρέπεται η διατήρηση υλι­κών ή ουσιών μόνο σε τέτοιες ποσότητες, ώστε να μη δημιουργούνται κίνδυνοι από αυτές.

3. Στους χώρους υγιεινής, ενδιαίτησης και πρώτων βοηθειών δεν επιτρέπεται η διαφύλαξη υλικών και ου­σιών, που δεν ανήκουν στο λειτουργικό εξοπλισμό τους.

Αρθρο 33

Κριτήρια διαμόρφωσης των χώρων και θέσεων εργασίας

1. Αερισμός - Εξαερισμός

Στους χώρους εργασίας ο αέρας πρέπει να ανανεώνε­ται κατάλληλα, ανάλογα με τη φύση εργασίας και τη σωματική προσπάθεια που απαιτείται για την εκτέλεσή της (καθιστική εργασία, ελαφρά). Σε περίπτωση που η α­νανέωση επιτυγχάνεται με τεχνητά μέσα ή συστήματα (εξαερισμός - κλιματισμός), τότε αυτά πρέπει να λει­τουργούν συνεχώς. Κάθε βλάβη του συστήματος πρέπει να επισημαίνεται κατάλληλα από αυτόματη διάταξη, εν­σωματωμένη στο σύστημα ή το μέσο.

2. Θερμοκρασία

Οι χώροι εργασίας, καθώς και οι βοηθητικοί χώροι σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας πρέπει να έχουν θερμοκρασία ανάλογη με τη φύση της εργασίας και τη σωματική προσπάθεια που απαιτείται για την εκτέλεσή της. Περιοχές θέσεων εργασίας που βρίσκονται υπό την επίδραση υψηλών θερμοκρασιών που εκλύονται από τις εγκαταστάσεις, πρέπει να ψύχονται μέχρι μια ανεκτή θερμοκρασία, όσο αυτό είναι πρακτικά δυνατό.

3. Φωτισμός

α) Οι χώροι εργασίας, διαλείμματος και πρώτων βοη­θειών πρέπει να έχουν άμεση οπτική επαφή με εξωτερι­κό χώρο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδική διά­ταξη. Εξαιρούνται οι:

αα) χώροι εργασίας, στους οποί­ους τεχνικοί λόγοι παραγωγής δεν επιτρέπουν άμεση ο­πτική επαφή με τον εξωτερικό χώρο και

ββ) χώροι εργα­σίας, με επιφάνεια κάτοψης πάνω από 2.000 τετραγωνι­κά μέτρα, εφόσον υπάρχουν επαρκή διαφανή ανοίγματα στην οροφή.

β) Οι εγκαταστάσεις φωτισμού των χώρων εργασίας και διαδρόμων κυκλοφορίας κατασκευάζονται ή διευθε­τούνται με τρόπο, ώστε να μη δημιουργούνται κίνδυνοι για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων. Ειδι­κότερα ο τεχνητός φωτισμός πρέπει να είναι ανάλογος μ ε το είδος και τη φύση της εργασίας, να έχει χαρακτη­ριστικά φάσματος παραπλήσια με του φυσικού φω­τισμού, να ελαχιστοποιεί τη θάμβωση, να μη δημιουργεί αντιθέσεις και εναλλαγές φωτεινότητας και να διαχέε­ται, διευθύνεται και κατανέμεται σωστά.

γ) Οι ανάγκες σε φωτισμό γενικό ή τοπικό ή συν­δυασμένο γενικό και τοπικό, καθώς και η ένταση του φωτισμού εξαρτώνται από το είδος και τη φύση της ερ­γασίας και την οπτική προσπάθεια που απαιτεί.

δ) Αν από το είδος απασχόλησης των εργαζομένων και τα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επιχείρησης εί­ναι δυνατό να προκύψουν κίνδυνοι ατυχήματος από α­πρόοπτη διακοπή του γενικού φωτισμού, πρέπει να υ­πάρχει εφεδρικός φωτισμός ασφάλειας. Η ένταση του εφεδρικού φωτισμού είναι το 1/100 της έντασης του γενι­κού και οπωσδήποτε όχι μικρότερη από το 1 λουξ (lux).

ε) Οι διακόπτες του τεχνητού φωτισμού πρέπει να εί­ναι εύκολα προσιτοί, ακόμα και στο σκοτάδι και να είναι τοποθετημένοι κοντά στις εισόδους και εξόδους, καθώς και κατά μήκος των διαδρόμων κυκλοφορίας και των θυ­ρίδων προσπέλασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'

ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΕΣ

Αρθρο 34

Υποχρεώσεις κατασκευαστών, εισαγωγέων και προμηθευτών μηχανών, εργαλείων και συσκευών

Οι κατασκευαστές, εισαγωγείς και προμηθευτές:

α) μεριμνούν ώστε τα μηχανήματα, εργαλεία, συσκευ­ές, τα οποία παράγουν, εισάγουν ή διαθέτουν στο εμπό­ριο, να είναι σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά προ­διαγραφές υγείας και ασφάλειας και τους κανόνες της τεχνικής κατά το σχεδιασμό και την κατασκευή τους και

β) χορηγούν τις απαιτούμενες γραπτές οδηγίες χρή­σης και συντήρησης, επισημαίνοντας τους πιθανούς κιν­δύνους από τη χρήση των προϊόντων τους.

Αρθρο 35

Προστασία από μηχανικούς και ηλεκτρικούς κινδύνους

1. Μηχανές, συσκευές και εργαλεία με την έννοια του παρόντος είναι τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται στους τόπους εργασίας και που κινούνται με οποιαδήπο­τε άλλη ενέργεια, εκτός από την ανθρώπινη.

2. Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να έχουν κατασκευασθεί έτσι, ώστε με την ορθή τοποθέτηση και χρήση τους να μη δημιουργούν κινδύνους για τους εργαζομένους.

3. Οι μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέπει να είναι κατασκευασμένα έτσι, ώστε τα κινούμενα στοιχεία τους, που είναι δυνατό να δημιουργήσουν κινδύνους για τους εργαζομένους, να μην είναι προσιτά ή να αποκλείεται τυχαία επαφή μαζί τους στο μέτρο που αυτό δεν παρα­κωλύει τη λειτουργία και χρήση τους.

4. Αν δεν είναι δυνατό να αποτραπεί η ύπαρξη εξωτε­ρικών και προσιτών στους εργαζομένους περιστρεφόμε­νων στοιχείων ή στοιχείων μετάδοσης της κίνησης, πρέ­πει να λαμβάνονται ιδιαίτερα μέτρα προστασίας των εργαζομένων από αυτά.

5. Στις μηχανές, συσκευές και εργαλεία και στο μέτρο που δεν παρακωλύεται ο σκοπός χρήσης τους, πρέπει να αποφεύγονται οι αιχμηρές γωνίες και ακμές, καθώς και οι τραχείες επιφάνειες.

6. Αν κατά τη λειτουργία των μηχανών, συσκευών και εργαλείων είναι δυνατό να εκσφενδονισθούν στοιχεία ή τεμάχιά τους ή υποπαράγωγα της λειτουργίας τους (ρι­νίσματα, σκόνες ή άλλα) και στο μέτρο που δημιουργού­νται κίνδυνοι για τους εργαζομένους, πρέπει να λαμβά­νονται ιδιαίτερα προστατευτικά μέτρα, όπως προστατευ­τικές καλύπτρες, εγκαταστάσεις αναρρόφησης και άλλα.

7. Οι ηλεκτρικές μηχανές, συσκευές και εργαλεία πρέ­πει να έχουν κατασκευασθεί έτσι, ώστε κατά τη χρήση τους να υπάρχει επαρκής προστασία από τους κινδύνους της ηλεκτρικής ενέργειας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΦΥΣΙΚΟΥΣ,

ΧΗΜΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ

Αρθρο 36

Ορισμοί

Για την εφαρμογή του κεφαλαίου αυτού νοείται ως:

α) «Παράγοντας» κάθε φυσικός, χημικός και βιολογι­κός παράγοντας, που ενυπάρχει κατά την εργασία και μπορεί να είναι επιβλαβής στην υγεία των εργαζομένων ή επικίνδυνος από άλλη άποψη, ανεξάρτητα από τη φυ­σική του κατάσταση.

β) «Οριακή τιμή έκθεσης» το ανώτερο επίπεδο έκθε­σης των εργαζομένων σ' έναν παράγοντα, το οποίο κα­θορίζεται κατά τις διατάξεις αυτού του κεφαλαίου ως η ανώτερη τιμή συγκέντρωσης ή έντασής του στον τόπο εργασίας, πάνω από την οποία δεν επιτρέπεται να εκτί­θενται οι εργαζόμενοι.

γ) «Οριακή τιμ ή βιολογικού δείκτη» η ανώτερη επιτρε­πόμενη συγκέντρωση ενός παράγοντα, ο οποίος μετρεί­ται απευθείας σε σωματικούς ιστούς, σωματικά υγρά ή στον εκπνεόμενο αέρα ή έμμεσα από την ειδική δράση του στον οργανισμό.

Αρθρο 37

Υποχρεώσεις εργοδοτών, παρασκευαστών, εισαγωγέων και προμηθευτών

1. Ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τους κινδύνους τους οποίους συνεπάγονται για την υγεία των εργα­ζομένων παράγοντες που χρησιμοποιούνται ή δημιουρ­γούνται στους τόπους εργασίας και, προκειμένου να συμμορφωθεί με τις παραπάνω απαιτήσεις, δικαιούται να ζητά από τον παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευ­τή των παραγόντων αυτών πληροφορίες τόσο για τους κινδύνους που συνεπάγονται για την υγεία των εργα­ζομένων, όσο και για τις μεθόδους ασφαλούς χρήσης τους.

2. Τα πρόσωπα που παρασκευάζουν, εισάγουν, θέτουν σε κυκλοφορία ή παραχωρούν με οποιονδήποτε τρόπο παράγοντες για επαγγελματική χρήση έχουν υποχρέω­ση:

α) να βεβαιώνονται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατά­ξεις, ότι οι παράγοντες αυτοί δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για την υγεία των προσώπων που τους χρησιμοποιούν, εφόσον χρησιμοποιούνται κατάλληλα για την εργασία για την οποία έχουν προδιαγραφεί,

β) να παρέχουν γραπτές πληροφορίες σχετικά με τα ε­πικίνδυνα χαρακτηριστικά των παραγόντων και τους κιν­δύνους για την υγεία των εργαζομένων που εκτίθενται σ' αυτούς, καθώς και γραπτές οδηγίες για την ορθή χρή­ση και τον τρόπο προφύλαξης από τους γνωστούς κινδύ­νους και

γ) να διεξάγουν μελέτες και έρευνες και να ενημερώ­νονται με οποιονδήποτε τρόπο για την εξέλιξη των επι­στημονικών και τεχνικών γνώσεων, ώστε να ανταποκρί­νονται στις υποχρεώσεις των περιπτώσεων α' και β'.

3. Δεν επιτρέπεται η χρήση ή η διακίνηση στους χώ­ρους εργασίας χημικών παραγόντων σε συσκευασίες και μ ε τρόπους που δεν πληρούν τις απαιτήσεις των σχετι­κών διατάξεων.

Αρθρο 38

Μέτρα προστασίας των εργαζομένων που εκτίθενται σε παράγοντες

1. Ο εργοδότης οφείλει να παίρνει μέτρα, ώστε να α­ποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται η έκθεση των εργαζομένων σε παράγοντες, όσο είναι πρακτικά δυνα­τό. Σε κάθε περίπτωση το επίπεδο έκθεσης πρέπει να εί­ναι κατώτερο από εκείνο που ορίζει η «οριακή τιμή έκθε­σης».

2. Ο εργοδότης, για να συμμορφωθεί με τις διατάξεις της παραγράφου 1, υποχρεούται να παίρνει κατά σειρά τα πιο κάτω μέτρα:

α) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τους παράγοντες που είναι επιβλαβείς για την υγεία των ερ­γαζομένων ή επικίνδυνοι με άλλους αβλαβείς ή λιγότε­ρο επιβλαβείς, καθώς και να περιορίζει τη χρήση τους στο χώρο εργασίας,

β) να αντικαθιστά, όσο είναι πρακτικά δυνατό, παρα­γωγικές διαδικασίες, μεθόδους και μέσα που δημιουρ­γούν στους χώρους εργασίας παράγοντες, οι οποίοι θε­ωρούνται επιβλαβείς για την υγεία ή επικίνδυνοι, με άλ­λες που δε δημιουργούν καθόλου τους παράγοντες αυ­τούς ή τους δημιουργούν σε επίπεδο χαμηλότερο από ε­κείνο που ορίζει η κατά περίπτωση «οριακή τιμή έκθε­σης»,

γ) να περιορίζει, όσο είναι πρακτικά δυνατό, τον α­ριθμό των εργαζομένων που εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε παράγοντες και το χρόνο έκθεσής τους και

δ) να παρέχει μέτρα και μέσα ατομικής προστασίας στους εργαζομένους, όταν δεν είναι πρακτικά δυνατό να αποφευχθεί η επιβλαβής έκθεσή τους με τους τρόπους, που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.

3. Ο εργοδότης εκτός από τις υποχρεώσεις της προη­γούμενης παραγράφου πρέπει να λαμβάνει και τα εξής μέτρα:

α) να ελέγχει τη συγκέντρωση ή ένταση των παραγό­ντων στους χώρους εργασίας και τα επίπεδα έκθεσης των εργαζομένων σ' αυτούς, πριν αρχίσει η λειτουργία μηχανών ή εγκαταστάσεων και σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους, κα­θώς και να αξιολογεί τα αποτελέσματα των ελέγχων αυ­τών σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα του ιατρικού ε­λέγχου των εργαζομένων, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 39 για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων,

β) να ενεργεί τακτικό έλεγχο και συντήρηση των μέ­σων, συσκευών ή συστημάτων που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παρα­γράφου, ώστε αυτά να λειτουργούν σωστά και να αντα­ποκρίνονται στις απαιτήσεις των διατάξεων του παρό­ντος,

γ) να προβλέπει και να λαμβάνει ειδικά επείγοντα μέ­τρα για τις περιπτώσεις έκτακτων περιστατικών, που μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες υπερβάσεις των «ο­ριακών τιμ ών έκθεσης»,

δ) να εγκαθιστά σηματοδότηση προειδοποίησης και α­σφάλειας των χώρων εργασίας και συστήματα συναγερμού και

ε) να τηρεί και να ενημερώνει, σύμφωνα με τις σχετι­κές διατάξεις και τις οδηγίες της αρμόδιας αρχής, κατα­λόγους των εργαζομένων που εκτίθενται στους παράγο­ντες και βιβλία καταχώρισης των αποτελεσμάτων των ε­λέγχων που γίνονται σύμφωνα με τις προηγούμενες πε­ριπτώσεις.

Αρθρο 39

Ιατρικός έλεγχος των εργαζομένων που εκτίθενται σε παράγοντες

1. Ο εργοδότης υποχρεούται να παραπέμπει, σύμφω­να με τις ισχύουσες διατάξεις, σε ιατρικό έλεγχο κάθε εργαζόμενο:

α) μετά την πρόσληψή του και στη συνέ­χεια σε τακτά χρονικά διαστήματα και

β) κατά την αλλα­γή θέσης εργασίας και πριν από την τοποθέτησή του σε εργασία που συνεπάγεται έκθεση σε παράγοντες, σύμφωνα με την έννοια του παρόντος.

2. Ο εργοδότης μεριμνά ώστε να τηρούνται και να ε­νημερώνονται:

α) βιβλίο καταχώρισης των συλλογικών ανώνυμων α­ποτελεσμάτων των βιολογικών εξετάσεων ενδεικτικών της έκθεσης, όταν προβλέπονται τέτοιες εξετάσεις και

β) ατομικός ιατρικός φάκελος των εργαζομένων που εκτίθενται στους παράγοντες. Ο φάκελος τηρείται από τον ιατρό εργασίας που είναι υπεύθυνος για τη διαφύλα­ξη του ιατρικού απορρήτου.

3. Δεν επιτρέπεται να απασχολείται εργαζόμενος σε εργασία που συνεπάγεται έκθεση στους παράγοντες, αν αυτή είναι αντίθετη με τα πορίσματα του ιατρικού ελέγ­χου της παραγράφου 1.

4. Ο εργαζόμενος μπορεί να προσφύγει στην Επιθεώ­ρηση Εργασίας κατά των πορισμάτων του ιατρικού ελέγ­χου που αναφέρεται σ' αυτόν.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υ­πουργού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., μπορεί να επι­βληθεί η εξέταση της υγείας των εργαζομένων σε συ­γκεκριμένη επιχείρηση και η λήψη άμεσων μέτρων. Η ια­τρική εξέταση των εργαζομένων ανατίθεται με την πιο πάνω απόφαση στον κατά περίπτωση ειδικό ιατρικό φο­ρέα.

Αρθρο 40

Ειδική πληροφόρηση εργαζομένων που εκτίθενται σε παράγοντες

1. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στην επιτροπή υ­γείας και ασφάλειας ή ο εκπρόσωπος των εργαζομένων για την υγεία και την ασφάλεια ή, όπου δεν υπάρχουν αυτοί, οι εργαζόμενοι δικαιούνται να έχουν:

α) πληροφόρηση από τον εργοδότη για τους πιθανούς κινδύνους που συνδέονται με την έκθεσή τους σε παρά­γοντες για τις «οριακές τιμές έκθεσης», για τα τεχνικά μέτρα πρόληψης που πρέπει να τηρούνται και για τις προφυλάξεις που πήρε ο εργοδότης και πρέπει να τη­ρούν οι εργαζόμενοι,

β) πρόσβαση και ενημέρωση για το αποτέλεσμα των επιπέδων έκθεσης και για τα συλλογικά ανώνυμα αποτε­λέσματα των εργαστηριακών και βιολογικών εξετάσεων, που είναι ενδεικτικές της έκθεσής τους

γ) πληροφόρηση σε περιπτώσεις υπέρβασης των «ο­ριακών τιμών έκθεσης» για τα αίτια της υπέρβασης και τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν για να αντιμετωπισθεί και

δ) πληροφόρηση και επιμόρφωση για τη βελτίωση των γνώσεών τους σχετικά με τους κινδύνους στους οποί­ους είναι εκτεθειμένοι.

2. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να πληροφορείται τα αποτελέσματα των ατομικών του κλινικών, εργαστηρια­κών και βιολογικών εξετάσεων που είναι ενδεικτικά της έκθεσής του.

Αρθρο 41

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρό­ταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύ­στερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., καθορίζονται, για έναν ή περισσότερους παράγοντες:

α) οριακές τιμές έκθεσης των εργαζομένων,

β) επίπεδο έκθεσης των εργαζομένων κάτω από το ο­ποίο δεν είναι υποχρεωτική η εφαρμογή όλων ή μερικών από τις διατάξεις των διαταγμάτων αυτών,

γ) ελάχιστη περιοδικότητα ή συχνότητα του ελέγχου στο επίπεδο της επιχείρησης για τη διαπίστωση της τή­ρησης των οριακών τιμών έκθεσης ή των επιπέδων έκθε­σης της προηγούμενης περίπτωσης και

δ) μέθοδοι και πορεία διενέργειας δειγματοληψιών, μετρήσεων, αναλύσεων και αξιολόγησης των αποτελεσμάτων.

2. Με όμοια διατάγματα καθορίζονται:

α) τα είδη, η πορεία και η ελάχιστη συχνότητα εκτέλε­σης των κλινικών ή παρακλινικών εξετάσεων, στις οποί­ες περιλαμβάνονται οι βιολογικές μετρήσεις για τη διε­ρεύνηση των βιολογικών δεικτών, που αφορούν τον έ­λεγχο της υγείας όλων των εργαζομένων ή ειδικών κα­τηγοριών τους (νεαρών ατόμων, εγκύων ή γυναικών που θηλάζουν και άλλων), που πρόκειται να εκτεθούν ή εκτί­θενται ή έχουν εκτεθεί κατά την εργασία τους στο πα­ρελθόν σε ορισμένο παράγοντα ή παράγοντες,

β) μέθοδοι και πρακτικές συστάσεις για την εκτέλεση των παραπάνω εξετάσεων και ιδιαίτερα για τη μέτρηση ή διερεύνηση των βιολογικών δεικτών και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους,

γ) οριακές τιμές βιολογικών δεικτών, για το σύνολο ή ειδικές κατηγορίες εργαζομένων, πάνω από τις οποίες πρέπει να λαμβάνονται συγκεκριμένα μέτρα για την προστασία της υγείας των εργαζομένων και για τη βελ­τίωση των συνθηκών υγιεινής στους αντίστοιχους χώ­ρους εργασίας,

δ) τα μέτρα που λαμβάνονται με βάση τα αποτελέσμα­τα των εξετάσεων και μετρήσεων των παραπάνω περι­πτώσεων, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται η προσω­ρινή ή οριστική διακοπή της έκθεσης των εργαζομένων στους αντίστοιχους παράγοντες και

ε) οι φορείς ή τα πρόσωπα εκτέλεσης των ιατρικών ε­λέγχων και εξετάσεων, σύμφωνα με τις παραπάνω περι­πτώσεις, ο τρόπος και η διαδικασία παραπομπής των ερ­γαζομένων, καθώς και τα σχετικά με την κάλυψη των α­παιτούμενων γι' αυτές δαπανών, οι οποίες σε καμία πε­ρίπτωση δεν επιβαρύνουν τους εργαζομένους.

3. Με όμοια επίσης διατάγματα καθορίζεται ο τρόπος τήρησης και ενημέρωσης καταλόγων των εργαζομένων που εκτίθενται στους παράγοντες, βιβλίου αναγραφής των αποτελεσμάτων των ελέγχων και ιατρικού φακέλου των εργαζομένων. Με όμοια διατάγματα καθορίζεται ο τρόπος μ ε τον οποίο γίνονται οι απαραίτητες γνωστο­ποιήσεις από τον εργοδότη στην Επιθεώρηση Εργασίας των στοιχείων των σχετικών με τον αριθμό των εργα­ζομένων, τις μεθόδους παραγωγής και κάθε άλλη λεπτομέρεια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΡΓΟΔΟΤΩΝ - ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Αρθρο 42

Γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών

1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξα­σφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων.

2. Αν ο εργοδότης προσφεύγει σε άτομα εκτός της ε­πιχείρησης ή σε ΕΞ.ΥΠ.Π. για την ανάθεση των καθηκό­ντων τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας, αυτό δεν τον απαλλάσσει από τις υποχρεώσεις του στον τομέα αυτό.

3. Οι υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας, του ια­τρού εργασίας και των εκπροσώπων των εργαζομένων δεν θίγουν την αρχή της ευθύνης του εργοδότη.

4. Ο εργοδότης επίσης οφείλει να θέτει στη διάθεση των εκπροσώπων των εργαζομένων επαρκή απαλλαγή από την εργασία χωρίς απώλεια αποδοχών, καθώς και τα αναγκαία μέσα προκειμένου να μπορούν να εκπληρώ­σουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις και τον παρόντα κώδικα. Ο χρόνος απαλλαγής από την εργασία, συνολικά για όλους τους εκπροσώ­πους των εργαζομένων, δεν μπορεί να είναι μικρότερος από το ένα τρίτο (1/3) του ελάχιστου χρόνου απασχόλη­σης τεχνικού ασφάλειας σύμφωνα με το άρθρο 21. Στο χρόνο αυτό δεν προσμετράται ο χρόνος των συνεδριά­σεων της παραγράφου 2 του άρθρου 5.

5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβά­νει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομέ­νων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματι­κών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων.

6. Ο εργοδότης υποχρεούται:

α) να φροντίζει ώστε να προσαρμόζονται τα μέτρα της προηγούμενης παραγράφου ανάλογα με τις μεταβολές των περιστάσεων και να επιδιώκει τη βελτίωση των υφιστάμενων καταστάσεων,

β) να εφαρμόζει τις υποδείξεις των τεχνικών και υγειονομικών επιθεωρητών εργασίας και γενικά να διευκο­λύνει το έργο τους μέσα στην επιχείρηση κατά τους ε­λέγχους,

γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγεί­ας και ασφάλειας των εργαζομένων,

δ) να γνωστοποιεί στους εργαζομένους τον επαγ­γελματικό κίνδυνο από την εργασία τους,

ε) να καταρτίζει πρόγραμμα προληπτικής δράσης και βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση,

στ) να εξασφαλίζει τη συντήρηση και την παρακολού­θηση της ασφαλούς λειτουργίας μέσων και εγκαταστά­σεων,

ζ) να ενθαρρύνει και διευκολύνει την επιμόρφωση και εκπαίδευση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 48 και

η) να λαμβάνει συλλογικά μέτρα προστασίας των ερ­γαζομένων.

7. Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπο­νται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης:

α) αποφυγή των κινδύνων,

β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να απο­φευχθούν,

γ) προσαρμογή της εργασίας στον άνθρωπο, ειδικότε­ρα όσον αφορά τη διαμόρφωση των θέσεων εργασίας, καθώς και την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας και των μεθόδων εργασίας και παραγωγής, προκειμένου ι­δίως να μετριασθεί η μονότονη και ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εργασία και να μειωθούν οι επιπτώσεις της στην υγεία,

δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυ­νο ή το λιγότερο επικίνδυνο,

ε) προγραμματισμός της πρόληψης με στόχο ένα συ­νεκτικό σύνολο που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες ερ­γασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία,

στ) καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους,

ζ) προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστα­σίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας,

η) προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και

θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομέ­νους.

8. Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρό­ντος κώδικα, ο εργοδότης οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων της επιχείρησης:

α) Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, μεταξύ άλλων κατά την επιλο­γή των εξοπλισμών εργασίας, των χημικών και βιολογι­κών παραγόντων ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση των χώρων εργασίας, καθώς και τους κιν­δύνους τους συναφείς με την παραγωγική διαδικασία. H εκτίμηση αυτή είναι γραπτή και συντάσσεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 43. Μετά την εκτίμηση αυτή, οι δραστηριότητες πρόληψης και οι μέθοδοι εργα­σίας και παραγωγής που χρησιμοποιούνται από τον ερ­γοδότη πρέπει να εξασφαλίζουν τη βελτίωση του επιπέ­δου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργα­ζομένων και να ενσωματώνονται στο σύνολο των δρα­στηριοτήτων της επιχείρησης και σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας.

β) Όταν αναθέτει καθήκοντα σ' έναν εργαζόμενο, να λαμβάνει υπόψη τις ικανότητες του εν λόγω εργαζομέ­νου σε θέματα ασφάλειας και υγείας.

γ) Να μεριμνά ώστε ο προγραμματισμός και η εισαγω­γή νέων τεχνολογιών να αποτελούν αντικείμενο διαβού­λευσης με τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους, όσον αφορά στις συνέπειες της επιλογής του εξοπλισμού, στις συνθήκες εργασίας, καθώς και στο εργα­σιακό περιβάλλον για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων.

δ) Να φροντίζει ώστε να έχουν πρόσβαση στις ζώνες σοβαρού και ειδικού κινδύνου μόνο οι εργαζόμενοι που έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες.

9. Με την επιφύλαξη των άλλων διατάξεων του παρό­ντος κώδικα, όταν πολλές επιχειρήσεις μοιράζονται τον ίδιο τόπο εργασίας, οι εργοδότες οφείλουν να συνεργά­ζονται για την εφαρμογή των διατάξεων σχετικά με την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή και λαμβάνοντας υ­πόψη τη φύση των δραστηριοτήτων να συντονίζουν τις δραστηριότητές τους για την προστασία των εργαζομέ­νων και την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, να αλληλοενημερώνονται και να ενημερώνει ο καθένας τους υπ' αυτόν εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους για τους κινδύνους αυτούς. Την ευθύνη συντονισμού των δραστηριοτήτων αναλαμβάνει ο εργο­δότης που έχει υπό τον έλεγχό του τον τόπο όπου εκτε­λούνται εργασίες, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που έχουν γίνει ειδικές ευνοϊκότερες νομοθετικές ρυθμί­σεις.

10. Τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγι­εινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπά­γονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων.

Αρθρο 43

Ειδικές υποχρεώσεις εργοδοτών

1. Ο εργοδότης οφείλει:

α) Να έχει στη διάθεσή του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφά­λεια και την υγεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ομάδες εργαζομένων που εκτίθενται σε ιδιαί­τερους κινδύνους. H εκτίμηση αυτή πραγματοποιείται α­πό τους τεχνικό ασφάλειας, ιατρό εργασίας, ΕΣ.Υ.Π.Π. ή ΕΞ.Υ.Π.Π., σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Στους α­νωτέρω ο εργοδότης οφείλει να παρέχει κάθε βοήθεια σε μέσα και προσωπικό για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού.

β) Να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί.

2. Επιπλέον ο εργοδότης οφείλει:

α) Να αναγγέλλει στις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργα­σίας, στις πλησιέστερες αστυνομικές αρχές και στις αρμόδιες υπηρεσίες του ασφαλιστικού οργανισμού στον οποίο υπάγεται ο εργαζόμενος, εντός 24 ωρών, όλα τα εργατικά ατυχήματα και εφόσον πρόκειται περί σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου, να τηρεί αμετάβλητα όλα τα στοιχεία που δύνανται να χρησιμεύσουν για εξακρίβωση των αιτίων του ατυχήματος.

β) Να τηρεί ειδικό βιβλίο ατυχημάτων στο οποίο να α­ναγράφονται τα αίτια και η περιγραφή του ατυχήματος και να το θέτει στη διάθεση των αρμόδιων αρχών. Τα μέ­τρα που λαμβάνονται για την αποτροπή επανάληψης πα­ρόμοιων συμβάντων, καταχωρούνται στο ειδικό βιβλίο των άρθρων 14 και 17.

γ) Να τηρεί κατάλογο των εργατικών ατυχημάτων που είχαν ως συνέπεια για τον εργαζόμενο ανικανότητα ερ­γασίας μεγαλύτερη των τριών εργάσιμων ημερών.

3. Η εκτίμηση του επαγγελματικού κινδύνου, όπως ο­ρίζεται στην παράγραφο 1, αποτελεί μια συστηματική ε­ξέταση όλων των πλευρών κάθε διεξαγόμενης εργασίας από την επιχείρηση με σκοπό:

α) να εντοπισθούν οι πηγές του επαγγελματικού κιν­δύνου, δηλαδή τι θα μπορούσε να προκαλέσει κινδύνους για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων,

β) να διαπιστωθεί κατά πόσο και με τι μέτρα μπορούν οι πηγές κινδύνων να εξαλειφθούν ή οι κίνδυνοι αυτοί να αποφευχθούν, κι αν αυτό δεν είναι δυνατόν,

γ) να καταγραφούν τα μέτρα πρόληψης που ήδη εφαρμόζονται και να προταθούν αυτά που πρέπει συμπληρωματικά να ληφθούν για τον έλεγχο των κινδύ­νων και την προστασία των εργαζομένων.

4. Η εκτίμηση πρέπει να περιλαμβάνει την αναγνώριση και καταγραφή των κινδύνων που υπάρχουν στην επιχεί­ρηση, καθώς και αυτών που ενδέχεται να εμφανισθούν, όπως κίνδυνος πτώσης, κίνδυνος από μηχανήματα και εξοπλισμό, κίνδυνος πυρκαγιάς, ηλεκτροπληξίας, έκρη­ξης, κίνδυνος από έκθεση σε βλαπτικούς παράγοντες (φυσικούς, χημικούς, βιολογικούς), κίνδυνος από την ορ­γάνωση της εργασίας.

5. Για την πληρότητα και αποτελεσματικότητα της εκτίμησης του κινδύνου από τον τεχνικό ασφάλειας και τον ιατρό εργασίας γίνεται ποιοτικός και όπου απαιτείται και ποσοτικός προσδιορισμός των βλαπτικών παραγό­ντων, στους οποίους εκτίθενται οι εργαζόμενοι, σύμφω­να με την ισχύουσα νομοθεσία. Τα αποτελέσματα του προσδιορισμού αυτού, καθώς και τα βιολογικά αποτε­λέσματα της έκθεσης μέσω περιοδικών προληπτικών ια­τρικών εξετάσεων που θα γίνονται για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.

6. Η εκτίμηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις βασικές αρχές πρόληψης του άρθρου 42 παρ. 7 και να εντοπίζει τη φύση του κινδύνου, το βαθμό σοβαρότητάς του, τη διάρκεια έκθεσης των εργαζομένων σ' αυτόν και τη συ­χνότητα εμφάνισής του. Επίσης κατά την εκτίμηση πρέ­πει να λαμβάνεται υπόψη η καταγραφή και ανάλυση των εργατικών ατυχημάτων και επαγγελματικών ασθενειών, που προβλέπεται στα άρθρα 14 και 17.

7. H γραπτή εκτίμηση του κινδύνου τίθεται με ευθύνη του εργοδότη στη διάθεση εκπροσώπων των εργαζομέ­νων σε θέματα ασφάλειας και υγείας και αποτελεί θέμα που συζητείται στις κοινές συνεδριάσεις τους με τον ερ­γοδότη, σύμφωνα με το άρθρο 5.

8. Τα βασικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται κατά την παραπάνω συστηματική εξέταση, καθώς και τα συμπε­ράσματα που εξάγονται, καταγράφονται και αποτελούν τη γραπτή εκτίμηση του κινδύνου. Λεπτομέρειες σχετι­κά με το περιεχόμενο της γραπτής εκτίμησης του κινδύ­νου, καθώς και άλλες σχετικές οδηγίες που αφορούν τη σύνταξή της, μπορούν να προσδιορίζονται με αποφά­σεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε. και δη­μοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αρθρο 44

Ειδικές διατάξεις για εργαζομένους σε δημόσιες υπηρε­σίες, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α.

1. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις εξακολου­θεί να καταβάλλεται και μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος, τόσο στους λαμβάνοντες τούτο, όσο και στους νεοδιοριζόμενους που θα απασχολούνται στους ί­διους χώρους ή εργασίες που δικαιολογούν την καταβο­λή του.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοι­νωνικής Ασφάλισης, Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Η­λεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών που δημο­σιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δύναται, ε­φόσον κρίνεται απαραίτητο, να χορηγούνται και είδη α­τομικής προστασίας στους εργαζομένους σε επικίνδυ­νες ή ανθυγιεινές απασχολήσεις ή χώρους.

3. Αλλου είδους παροχές ή μέτρα που έχουν θεσπιστεί λόγω ανθυγιεινής εργασίας δεν θίγονται για τους υπαλ­λήλους που υπηρετούν στο Δημόσιο, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α.

Αρθρο 45

Πρώτες βοήθειες, πυρασφάλεια, εκκένωση των χώρων από τους εργαζομένους, σοβαρός και άμεσος κίνδυνος

1. Ο εργοδότης οφείλει:

α) να λαμβάνει όσον αφορά τις πρώτες βοήθειες, την πυρασφάλεια και την εκκένωση των χώρων από εργα­ζομένους τα αναγκαία μέτρα τα οποία θα είναι προσαρμοσμένα στο μέγεθος και στη φύση των δραστη­ριοτήτων της επιχείρησης και θα λαμβάνουν υπόψη τα άλλα πρόσωπα που είναι παρόντα,

β) να οργανώνει την κατάλληλη υποδομή και να εξα­σφαλίζει τις κατάλληλες διασυνδέσεις με αρμόδιες εξω­τερικές υπηρεσίες, προκειμένου να αντιμετωπισθούν άμεσα θέματα πρώτων βοηθειών, επείγουσας ιατρικής περίθαλψης, διάσωσης και πυρασφάλειας και

γ) να ελέγχει τις εγκαταστάσεις και τα μέσα παροχής πρώτων βοηθειών τακτικά, όσον αφορά την πληρότητα και την ικανότητα χρησιμοποίησής τους.

2. Κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1, ο εργοδότης πρέπει μεταξύ άλλων να ορίζει τους εργαζομένους που είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των μέτρων που αφο­ρούν τις πρώτες βοήθειες, την πυρασφάλεια και την εκ­κένωση των χώρων από τους εργαζομένους. Αυτοί οι ερ­γαζόμενοι πρέπει να έχουν λάβει κατάλληλη επιμόρφω­ση, να είναι επαρκείς σε αριθμό και να τίθεται στη διάθε­σή τους το κατάλληλο υλικό, ανάλογα με το μέγεθος και τους ειδικούς κινδύνους της επιχείρησης και της εγκατά­στασης.

3. Ο εργοδότης επίσης οφείλει:

α) Να συντηρεί τους τόπους εργασίας, τα μηχανολογι­κά μέσα και τον εξοπλισμό και να μεριμνά για την κατά το δυνατό άμεση αποκατάσταση των ελλείψεων, που έ­χουν σχέση με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομέ­νων. Αν από τις ελλείψεις αυτές προκαλείται άμεσος και σοβαρός κίνδυνος για την υγεία και ασφάλεια των εργα­ζομένων, πρέπει να διακόπτεται αμέσως η εργασία στο σημείο που εμφανίζονται οι ελλείψεις, μέχρι την αποκατάστασή τους.

β) Να ενημερώνει το συντομότερο δυνατό τους εργα­ζομένους που εκτίθενται ή ενδέχεται να εκτεθούν σε σο­βαρό και άμεσο κίνδυνο, σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί ή πρόκειται να ληφθούν.

γ) Να λαμβάνει μέτρα και να δίνει οδηγίες στους ερ­γαζομένους, ώστε να μπορούν σε περίπτωση σοβαρού, άμεσου και αναπόφευκτου κινδύνου να διακόπτουν την εργασία ή/και να εγκαταλείπουν αμέσως το χώρο εργα­σίας και να μεταβαίνουν σε ασφαλή χώρο.

δ) Να μη ζητά από τους εργαζομένους, εκτός από ε­ξαιρετικές περιπτώσεις δικαιολογούμενες από τις περι­στάσεις, να αναλάβουν πάλι την εργασιακή δραστηριότητά τους, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται σοβαρός και άμεσος κίνδυνος.

4. Ο εργαζόμενος, ο οποίος σε περίπτωση σοβαρού άμεσου και αναπόφευκτου κινδύνου, απομακρύνεται α­πό τη θέση εργασίας του ή/και από μια επικίνδυνη ζώνη, δεν επιτρέπεται να υποστεί καμία δυσμενή επίπτωση και πρέπει να προστατεύεται από κάθε ζημιογόνο και αδικαι­ολόγητη συνέπεια σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθε­σία.

5. Ο εργοδότης εξασφαλίζει ώστε όλοι οι εργαζόμενοι να είναι σε θέση, σε περίπτωση σοβαρού και άμεσου κιν­δύνου για την ίδια τους την ασφάλεια ή για την ασφά­λεια άλλων προσώπων και εφόσον υπάρχει αδυναμία να επικοινωνήσουν με τον αρμόδιο ιεραρχικά προϊστάμενο, να λαμβάνουν οι ίδιοι τα κατάλληλα μέτρα, λαμβάνο­ντας υπόψη τις γνώσεις τους και τα διαθέσιμα τεχνικά μ έσα, ώστε να αποφευχθούν οι συνέπειες του κινδύνου αυτού. Οι ενέργειές τους σε τέτοιες περιπτώσεις δεν θα συνεπάγονται δυσμενή μεταχείριση εκ μέρους του ερ­γοδότη, εκτός αν αποδειχθεί ότι δεν ενήργησαν σύμφω­να με ρητά δοθείσες οδηγίες ή επέδειξαν σοβαρή αμέ­λεια.

Αρθρο 46

Διαβουλεύσεις και συμμετοχή των εργαζομένων

Πέραν των διατάξεων που αναφέρονται στις αρμοδιό­τητες των εκπροσώπων των εργαζομένων και των Ε.Υ.Α.Ε. του άρθρου 4 και των Συμβουλίων Εργαζομένων του ν. 1767/1988 ισχύουν και τα εξής:

1. Οι εργοδότες ζητούν τη γνώμη των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους και διευκολύνουν τη συμμε­τοχή τους στο πλαίσιο όλων των ζητημάτων που άπτο­νται της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία. Αυτό συνεπάγεται:

α) διαβούλευση με τους εργαζομένους,

β) δικαίωμα των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους να υποβάλλουν προτάσεις και

γ) ισόρροπη συμμετοχή σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ή/και την πρακτική.

2. Οι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους συμμετέχουν κατά τρόπο ισόρροπο και σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ή/και πρακτική, ή ζητείται η γνώμη τους από τον εργοδότη εκ των προτέρων και εγκαίρως όσον αφο­ρά:

α) κάθε ενέργεια η οποία μπορεί να έχει ουσιαστικές επιπτώσεις στην ασφάλεια και την υγεία,

β) τον καθορισμό των εργαζομένων της επιχείρησης ή/και των ατόμων εκτός της επιχείρησης ή/και της ΕΞ.Υ.Π.Π. που αναλαμβάνουν τα καθήκοντα του τεχνι­κού ασφάλειας ή/και του ιατρού εργασίας, καθώς και τις δραστηριότητες τους και τον καθορισμό των εργαζομέ­νων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 45,

γ) τις πληροφορίες που προβλέπονται στη παράγραφο

1 περ. α' και β' και στη παράγραφο 2 περ. β' και γ' του άρ­θρου 43 και στο άρθρο 47,

δ) την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 παρ. 1 ενδεχόμενη προσφυγή σε ΕΞ.Υ.Π.Π.,

ε) το σχεδιασμό και την οργάνωση της εκπαίδευσης που προβλέπεται στο άρθρο 48,

στ) την κατάρτιση του κανονισμού υγείας και ασφάλει­ας των εργαζομένων και

ζ) την αντιμετώπιση προβλημάτων που σχετίζονται με την αλληλεπίδραση του εργασιακού και του ευρύτερου περιβάλλοντος.

3. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων έχουν το δικαίωμα να ζητούν από τον εργοδότη να λάβει τα ενδε­δειγμένα μέτρα και να του υποβάλλουν σχετικές προτά­σεις κατά τρόπον ώστε να αντιμετωπίζεται οποιοσδήπο­τε κίνδυνος για τους εργαζομένους ή/και να εξαλει­φθούν οι πηγές του κινδύνου.

4. Οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους δεν πρέπει να υφίστανται δυσμενείς επιπτώσεις εξαιτίας των δρα­στηριοτήτων τους που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3.

5. Οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους έχουν το δικαίωμα να απευθυνθούν στην αρμόδια Επιθεώρηση Ερ­γασίας, αν κρίνουν ότι τα ληφθέντα μέτρα και τα διατι­θέμενα από τον εργοδότη μέσα δεν αρκούν για να εξα­σφαλισθεί η ασφάλεια και η υγεία κατά την εργασία.

6. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων κατά τις επισκέ­ψεις και τους ελέγχους που διεξάγει η αρμόδια Επιθεώ­ρηση Εργασίας δύνανται να παρίστανται και οφείλουν να είναι σε θέση να διατυπώνουν τις παρατηρήσεις τους.

Αρθρο 47

Ενημέρωση εργαζομένων

1. Ο εργοδότης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους στην επιχείρηση να λαμβάνουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά:

α) τη νομοθεσία που ισχύει σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων και τον τρόπο εφαρμο­γής της από την επιχείρηση,

β) τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία, κα­θώς και τα μέτρα και τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης που αφορούν είτε την επιχείρηση εν γένει, εί­τε κάθε είδος θέσης εργασίας ή/και καθηκόντων και

γ) τα μέτρα που λαμβάνονται κατ' εφαρμογή της πα­ραγράφου 2 του άρθρου 45.

2. Ο εργοδότης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου οι εργοδότες των εργαζομένων των άλλων επιχειρήσεων που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του, να λαμβάνουν τις κατάλληλες πληροφορίες για την εφαρμογή των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 1.

3. Ο εργοδότης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε ο τεχνικός ασφάλειας, ο ιατρός εργασίας, οι ΕΣ.Υ.Π.Π., οι ΕΞ.Υ.Π.Π. και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να έχουν πρόσβαση για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων τους:

α) στην εκτίμηση των κινδύνων και των μέτρων προ­στασίας που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρ­θρου 43,

β) στο ειδικό βιβλίο και στον κατάλογο που προβλέπο­νται στις περιπτώσεις β' και γ' της παραγράφου 2 του άρ­θρου 43 και

γ) στις πληροφορίες που προέρχονται τόσο από τις δραστηριότητες προστασίας και πρόληψης όσο και από τις αρμόδιες Επιθεωρήσεις Εργασίας όσον αφορά τους διενεργούμενους ελέγχους των συνθηκών υγείας και α­σφάλειας της εργασίας.

Αρθρο 48

Εκπαίδευση εργαζομένων

1. Ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κα­τάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφά­λειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ' ευκαιρία:

α) της πρόσληψής του,

β) τυχόν μετάθεσης ή αλλαγής καθηκόντων,

γ) εισαγωγής ή αλ­λαγής εξοπλισμού εργασίας και

δ) εισαγωγής νέας τε­χνολογίας που αφορά ειδικά τη θέση εργασίας ή τα καθήκοντά του.

2. H εκπαίδευση αυτή πρέπει:

α) να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων και

β) αν χρειάζεται, να επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονι­κά διαστήματα.

3. Ο εργοδότης εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοι σε ε­ξωτερικές επιχειρήσεις, που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του, έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, ό­σον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υ­γεία κατά τις δραστηριότητές τους σ' αυτή.

4. Οι εκπρόσωποι των εργαζομένων δικαιούνται να λαμ βάνουν την κατάλληλη εκπαίδευση.

5. H εκπαίδευση που προβλέπεται στις παραγράφους 1, 2 και 4 δεν βαρύνει τους εργαζομένους ή τους εκπρο­σώπους τους. H εκπαίδευση που προβλέπεται στις παρα­γράφους 1 και 2 πρέπει να παρέχεται κατά την ώρα ερ­γασίας.

Αρθρο 49

Υποχρεώσεις εργαζομένων

1. Κάθε εργαζόμενος έχει υποχρέωση να εφαρμόζει τους κανόνες υγείας και ασφάλειας και να φροντίζει α­νάλογα με τις δυνατότητές του για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή πα­ραλείψεις του κατά την εργασία σύμφωνα με την εκπαίδευσή του και τις κατάλληλες οδηγίες του εργοδότη του.

2. Για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων, οι ερ­γαζόμενοι οφείλουν ειδικότερα, σύμφωνα με την εκπαίδευσή τους και τις κατάλληλες οδηγίες του εργοδότη τους:

α) να χρησιμοποιούν σωστά τις μηχανές, τις συσκευ­ές, τα εργαλεία, τις επικίνδυνες ουσίες, τα μεταφορικά και άλλα μέσα,

β) να χρησιμοποιούν σωστά τον ατομικό προστατευτι­κό εξοπλισμό που τίθεται στη διάθεσή τους και μετά τη χρήση να τον τακτοποιούν στη θέση του,

γ) να μ η θέτουν εκτός λειτουργίας, αλλάζουν ή μετα­τοπίζουν αυθαίρετα τους μηχανισμούς ασφάλειας των μηχανών, εργαλείων, συσκευών, εγκαταστάσεων και κτι­ρίων και να χρησιμοποιούν σωστά αυτούς τους μηχανισμούς ασφάλειας,

δ) να αναφέρουν αμέσως στον εργοδότη ή/και σε ό­σους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ια­τρού εργασίας, όλες τις καταστάσεις που μπορεί να θε­ωρηθεί εύλογα ότι παρουσιάζουν άμεσο και σοβαρό κίν­δυνο για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και κάθε έλ­λειψη που διαπιστώνεται στα συστήματα προστασίας,

ε) να συντρέχουν τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλή­ρωση όλων των καθηκόντων ή απαιτήσεων, που επιβάλ­λονται από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομέ­νων κατά την εργασία και

στ) να συντρέχουν τον εργοδότη και όσους ασκούν αρμοδιότητες τεχνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας, όσον καιρό χρειαστεί, ώστε ο εργοδότης να μπορεί να εγγυηθεί ότι το περιβάλλον και οι συνθήκες εργασίας εί­ναι ασφαλείς και χωρίς κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία εντός του πεδίου δραστηριότητάς τους.

3. Οι εργαζόμενοι έχουν υποχρέωση να παρακολου­θούν τα σχετικά σεμινάρια ή άλλα επιμορφωτικά προ­γράμματα σε θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζο­μένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Αρθρο 50

Πεδίο εφαρμογής

1. Οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού εφαρμόζονται σε κάθε μ ορφής απασχόληση και αυτοαπασχόληση ανηλί­κων. Ως ανήλικοι νοούνται όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7 του π.δ. 62/1998 (ΦΕΚ 67 Α), οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται για περιστασιακές και σύντομης διάρκει­ας ελαφριές εργασίες που αφορούν τις οικογενειακού χαρακτήρα γεωργικές, δασικές και κτηνοτροφικές εργα­σίες, και με την προϋπόθεση ότι οι εργασίες αυτές εκτε­λούνται κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Αρθρο 51

Όροι και προϋποθέσεις απασχόλησης

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 52 ανήλικοι που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους απα­γορεύεται να απασχοληθούν σε οποιαδήποτε εργασία.

2. Ανήλικοι δεν επιτρέπεται να απασχολούνται σε ερ­γασίες επικίνδυνες, βαριές ή ανθυγιεινές, καθώς και σε εργασίες που βλάπτουν τη ψυχική τους υγεία και γενικά εμποδίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. Οι εργασίες αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε. και δημοσιεύ­εται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αρθρο 52

Καλλιτεχνικές και παρεμφερείς απασχολήσεις

1. Με άδεια της Επιθεώρησης Εργασίας επιτρέπεται η απασχόληση ανηλίκων που δεν έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους σε θεατρικές παραστάσεις, μουσικές εκτελέσεις ή άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, διαφημιστικά προγράμματα, επιδείξεις μόδας, ραδιοφω­νικές ή τηλεοπτικές εγγραφές ή εκπομπές, εγγραφές σε βίντεο, κινηματογραφικές λήψεις, καθώς και η χρησιμο­ποίηση τους ως μοντέλων, εφ' όσον δεν βλάπτεται η σωματική και η ψυχική τους υγεία και η ηθική τους. Με α­πόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφά­λισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνή­σεως και εκδίδεται ύστερα από γνώμη της αντιπροσω­πευτικότερης οργάνωσης των εργαζομένων και των ερ­γοδοτών του χώρου, μπορεί να επιτρέπεται η απασχόλη­ση ανηλίκων και σε άλλες παρεμφερείς απασχολήσεις.

2. Η κατά την παράγραφο 1 άδεια χορηγείται στον ερ­γοδότη ύστερα από αίτησή του και περιέχει το ονοματε­πώνυμο και την ηλικία του ανηλίκου, το είδος της εργα­σίας στην οποία πρόκειται να απασχοληθεί, το ημερήσιο πρόγραμμα και τη χρονική διάρκειά του. Η άδεια χορη­γείται για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να υπερβαί­νει τους τρεις μήνες. Παράταση της άδειας μπορεί να χορηγηθεί για εξαιρετικούς λόγους.

3. Για τη χορήγηση της άδειας ή την παράτασή της ο εργοδότης μαζί με την αίτηση υποβάλλει δήλωση ότι έ­χουν ληφθεί τα απαραίτητα μέτρα προστασίας του ανη­λίκου, συναίνεση του προσώπου που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου και ιατρική πιστοποίηση από τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ. και του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για τη σωματική ή ψυχι­κή υγεία του ανηλίκου στη συγκεκριμένη απασχόληση.

Αρθρο 53

Επαγγελματικός προσανατολισμός

Οι ανήλικοι πριν απασχοληθούν σε οποιαδήποτε εργα­σία, εκτός από τις περιπτώσεις του άρθρου 52, πρέπει να παρακολουθήσουν προγράμματα εξωσχολικού επαγγελματικού προσανατολισμού. Τα προγράμματα αυτά εκπονούνται και εφαρμόζονται από τον Οργανισμό Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.), που χορηγεί στον ανήλικο βεβαίωση για το πρόγραμμα που παρακολούθησε. Βιβλιάριο εργασίας δεν εκδίδεται χω­ρίς τη βεβαίωση αυτή. Η έναρξη ισχύος του άρθρου αυ­τού ορίζεται με απόφαση του οικείου νομάρχη ύστερα α­πό αιτιολογημένη πρόταση του Ο.Α.Ε.Δ.

Αρθρο 54

Χρονικά όρια εργασίας

1. Ανήλικοι, που δεν έχουν συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας τους, καθώς και ανήλικοι που φοιτούν σε γυμνάσια, λύκεια κάθε τύπου ή τεχνικά επαγγελματικά εκπαιδευτήρια, δημόσια ή ιδιωτικά, αναγνωρισμένα από το Κράτος, δεν μπορεί να απασχολούνται περισσότερο από έξι ώρες την ημέρα και τριάντα ώρες την εβδομάδα.

2. Οι ανήλικοι εργαζόμενοι δικαιούνται ημερήσια ανά­παυση δώδεκα τουλάχιστον συνεχείς ώρες, στις οποίες πρέπει να περιλαμβάνεται το χρονικό διάστημα από τις δέκα το βράδυ μέχρι τις έξι το πρωί.

3. Η ημερήσια απασχόληση των ανηλίκων που φοιτούν σε γυμνάσια ή λύκεια κάθε τύπου ή τεχνικά επαγγελμα­τικά εκπαιδευτήρια, δημόσιες ή ιδιωτικές, αναγνωρισμέ­νες από το Κράτος, αρχίζει ή λήγει δύο τουλάχιστον ώ­ρες μετά τη λήξη ή πριν από την έναρξη των μαθημάτων αντίστοιχα.

4. Η απασχόληση των ανηλίκων σε καλλιτεχνικές ή παρεμφερείς δραστηριότητες δεν μπορεί να υπερβαίνει τις:

α) δύο ώρες την ημέρα για ανηλίκους από τριών έως έ­ξι ετών,

β) τρεις ώρες την ημέρα για ανηλίκους από έξι έως έν­δεκα ετών,

γ) τέσσερις ώρες την ημέρα για ανηλίκους από ένδεκα έως δεκατριών ετών,

δ) πέντε ώρες την ημέρα για ανηλίκους από δεκατριών έως δεκαπέντε ετών.

5. Η υπερωριακή απασχόληση των ανηλίκων απαγο­ρεύεται.

Αρθρο 55

Αμοιβή

1. Οι ανήλικοι εργαζόμενοι αμείβονται με βάση το κα­τώτατο τουλάχιστον ημερομίσθιο του ανειδίκευτου ερ­γάτη που προβλέπεται από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας κατ' αναλογία των ωρών απασχόλησής τους.

2. Ευνοϊκότερες συνθήκες εργασίας και μεγαλύτερη αμοιβή ρυθμίζονται με συλλογικές συμβάσεις εργασίας.

3. Οι διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 1346/1983 (ΦΕΚ 46 Α) κατισχύουν των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Αρθρο 56

Αδειες

1. Η κανονική άδεια χορηγείται κατά την περίοδο των θερινών σχολικών διακοπών σε συνεχείς ημέρες. Το μι­σό της κανονικής άδειας χορηγείται τμηματικά και σε άλλες χρονικές περιόδους, αν το ζητήσει ο ανήλικος.

Οι διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν την κανονική άδεια στις επιχειρήσεις που λειτουργούν εποχιακά και ευνοϊ­κότερες για τους εργαζομένους ρυθμίσεις δεν θίγονται. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις περί κανονικών αδειών όπως ισχύουν κάθε φορά.

2. Οι ανήλικοι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από το χρόνο απασχόλησής τους, όταν είναι συγχρόνως και μαθητές ή σπουδαστές σε αναγνωρισμένη σχολή, δικαιούνται για τη συμμετοχή τους στις εξετάσεις και άδεια δύο ημε­ρών, συνεχόμενη ή τμηματική, κατά την αίτησή τους, για κάθε ημέρα εξετάσεων, με την υποχρέωση να αποδει­κνύουν τη συμμετοχή τους με σχετική βεβαίωση. Η ά­δεια αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 14 ημερών συνολικά.

3. Οι άδειες της προηγούμενης παραγράφου είναι χω­ρίς αποδοχές από τον εργοδότη. Οι αποδοχές των αδει­ών αυτών καταβάλλονται πάντοτε από τον Ο.Α.Ε.Δ. και η δαπάνη των έξι πρώτων ημερών κατ' έτος βαρύνει τον προϋπολογισμό αυτού, η δε λοιπή αποδίδεται στον Ο.Α.Ε.Δ. από τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εργα­σίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, στον οποίο εγγράφεται σχετική πίστωση.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζεται κάθε χρήσιμη λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτού του άρθρου.

Αρθρο 57

Βιβλιάριο εργασίας

1. Οι ανήλικοι δεν επιτρέπεται να απασχολούνται, αν δεν είναι εφοδιασμένοι με βιβλιάριο εργασίας, ειδικό για τη συγκεκριμένη εργασία ή ομάδα εργασιών.

2 Βιβλιάριο εργασίας δεν απαιτείται, όταν πρόκειται για απασχόληση ανηλίκου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται η διαδικασία έκδοσης, ανα­νέωσης, αφαίρεσης και αντικατάστασης του βιβλιαρίου, το περιεχόμενό του, ο χρόνος της ισχύος του και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Αρθρο 58

Τηρούμενα έντυπα από τους εργοδότες

1. Κάθε εργοδότης, που απασχολεί ανηλίκους, τηρεί σχετικό μητρώο στο οποίο αναγράφει το ονοματεπώ­νυμο του εργαζομένου, τη χρονολογία γέννησης, τη δι­εύθυνση της κατοικίας του, τον αριθμό του βιβλιαρίου εργασίας, την ημερομηνία έκδοσης ή ανανέωσής του, το είδος της εργασίας, τη χρονολογία έναρξης και λήξης της σχέσης εργασίας.

2. Ο εργοδότης οφείλει να διατηρεί το μητρώο σε κα­λή κατάσταση και να το θέτει στη διάθεση των αρμόδιων κρατικών οργάνων, όταν ζητηθεί.

Αρθρο 59

Μητρώο ανηλίκων

1. Σε κάθε Επιθεώρηση Εργασίας τηρείται μητρώο των ανηλίκων που έχουν εφοδιαστεί από αυτή με βιβλιάριο εργασίας.

2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ρυθμίζονται η διαδικασία έκδοσης, το πε­ριεχόμενο και ο τρόπος τήρησης του πιο πάνω μητρώου καθώς και κάθε αναγκαία σχετική λεπτομέρεια.

Αρθρο 60

Διαδικασία ιατρικής πιστοποίησης

1. Για την έκδοση βιβλιαρίου εργασίας απαιτείται ιατρι­κή πιστοποίηση ότι από την απασχόληση, που επέλεξαν οι ανήλικοι δεν διατρέχει κίνδυνο η υγεία τους ή η σωμα­τική ή η πνευματική ανάπτυξή τους. Η πιστοποίηση γίνε­ται από υγειονομικές υπηρεσίες ύστερα από ιατρικές ε­ξετάσεις.

2. Η παραπομπή στις υγειονομικές υπηρεσίες γίνεται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Η διαδικασία της παρα­πομπής ρυθμίζεται με την απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 57.

Αρθρο 61

Αρμόδιες υγειονομικές υπηρεσίες

Αρμόδιες για τις ιατρικές εξετάσεις είναι οι υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ. και του Ι.Κ.Α., οι οποίες λειτουργούν στην πε­ριοχή αρμοδιότητας της Επιθεώρησης Εργασίας, που χορηγεί το βιβλιάριο εργασίας.

Αρθρο 62

Ιατρικές εξετάσεις

1. Οι ιατρικές εξετάσεις των ανηλίκων ενεργούνται δωρεάν και περιλαμβάνουν γενικές εξετάσεις, καθώς και κάθε ειδικότερη εξέταση κατά την κρίση του αρμόδι­ου ιατρού για την έκδοση της ιατρικής πιστοποίησης.

2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Κοι­νωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγ­γύης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθο­ρίζονται ειδικές ιατρικές εξετάσεις που απαιτούνται για ορισμένες εργασίες ή ομάδα εργασιών.

3. Οι ιατρικές εξετάσεις ενεργούνται:

α) κάθε δώδεκα μήνες μέχρι να συμπληρωθεί το 18ο έτος της ηλικίας των ανηλίκων,

β) σε χρονικά διαστήματα μικρότερα από το δωδε­κάμηνο κατά την κρίση ιατρού ή της αρμόδιας Επιθεώρη­σης Εργασίας σε περίπτωση ατυχήματος ή ασθένειας και

γ) σε περίπτωση αλλαγής εργασίας ή ομάδας εργα­σιών.

Αρθρο 63

Ιατρική πιστοποίηση

1. Η πιστοποίηση γίνεται από τον προϊστάμενο των υ­πηρεσιών υγείας ή από τους οριζόμενους απ' αυτόν ια­τρούς και καταχωρίζεται σε ειδική βεβαίωση με την έν­δειξη κατάλληλος ή ακατάλληλος ή ακατάλληλος για ο­ρισμένο χρόνο ή για ορισμένη εργασία.

2. Όταν η πιστοποίηση ισχύει για ορισμένη εργασία που απαιτεί ειδικές συνθήκες απασχόλησης ή επισημαί­νει ανωμαλία στην ανάπτυξη ή ειδικά προβλήματα υγεί­ας του εξεταζομένου, καθορίζει και τη χρονολογία επα­νεξέτασης καθώς και τα μέτρα που πρέπει να λάβει η Ε­πιθεώρηση Εργασίας, για τον επαγγελματικό προσανατολισμό και την επαγγελματική επανακατάρτιση του α­νηλίκου, σε συνεργασία με τις αρμόδιες για τα προγράμματα εξωσχολικού προσανατολισμού υπηρεσίες του Ο.Α.Ε.Δ. και τις υπηρεσίες υγείας.

Αρθρο 64

Αξιώσεις ανηλίκων

1. Ανήλικοι που απασχολούνται σε οποιονδήποτε ερ­γοδότη έχουν όλες τις αξιώσεις που απορρέουν από έ­γκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ανεξάρτητα αν τηρήθηκαν οι διατάξεις για την πρόσληψή τους.

2. Οι διατάξεις του ν. 1346/1983 που ρυθμίζουν θέμα­τα μαθητείας, καθώς και όσες δεν καταργήθηκαν με αυ­τόν, κατισχύουν των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Αρθρο 65

Εργασιακό περιβάλλον - Κίνδυνοι - Πρόληψη

1. Κάθε εργοδότης, εκτός από τα μέτρα υγείας και α­σφάλειας που προβλέπονται για όλους τους εργαζομέ­νους, οφείλει να λαμβάνει και πρόσθετα μέτρα προστα­σίας των ανηλίκων στο εργασιακό τους περιβάλλον, να ενημερώνει αυτούς κατά την έναρξη αλλά και περιοδικά κατά τη διάρκεια της εργασίας για τους κινδύνους που α­πειλούν τη ζωή, την υγεία και τη φυσική, ψυχική και πνευματική τους ανάπτυξη και να τους καθοδηγεί στη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την αποφυγή των πα­ραπάνω κινδύνων. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργα­σίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε. και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μπορεί να ορίζονται εξειδικευμένα πρόσθετα μέτρα προστασίας των ανηλίκων για ορισμέ­νες εργασίες και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέ­ρεια για την εφαρμογή τους.

2. Κάθε εργοδότης οφείλει να προστατεύει τους ανη­λίκους από πράξεις βίας ή προσβολής της προσωπικότη­τας ή βλάβης της ηθικής τους.

3. Δεν επιτρέπεται να είναι εργοδότες ανηλίκων, πρό­σωπα που έχουν καταδικαστεί για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής ή για παράβαση των άρθρων 5 έως και 11 του ν. 1729/1987 (ΦΕΚ 144 Α) και του ν. 1500/1984 (ΦΕΚ 191 Α) όπως κάθε φορά ισχύουν.

4. Όσοι δεν έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλι­κίας τους απαγορεύεται να απασχολούνται σε εργασίες, έργα ή δραστηριότητες οποιασδήποτε μορφής, που από τη φύση τους ή τις συνθήκες που εκτελούνται είναι πιθα­νό να βλάψουν την υγεία, την ασφάλεια ή να προσβάλ­λουν την ηθική τους. Οι εργασίες, τα έργα και οι δραστη­ριότητες αυτές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την πα­ράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 2918/2001 (ΦΕΚ 119 Α) με τον οποίο κυρώθηκε η 182 Διεθνής Σύμβαση Εργα­σίας μετά από διάλογο με τις εργοδοτικές και εργατικές οργανώσεις και γνώμη του Α.Σ.Ε., αφού ληφθούν ιδιαι­τέρως υπόψη και οι εξής συνθήκες:

α) το ανθυγιεινό περιβάλλον (όπως: επικίνδυνες ου­σίες, παράγοντες και διαδικασίες, θερμοκρασία, θόρυ­βος και δονήσεις επιβλαβείς για την υγεία),

β) η πολύωρη απασχόληση ή η νυχτερινή απασχόληση ή η απασχόληση όπου ο ανήλικος είναι εκτεθειμένος σε φυσική, ψυχολογική ή σεξουαλική κακοποίηση ή εκμε­τάλλευση,

γ) η εργασία με τη χρήση επικίνδυνου εξοπλισμού, μη­χανημάτων και εργαλείων ή εργασία που περιλαμβάνει χειρωνακτική διακίνηση ή μεταφορά βαρέων φορτίων,

δ) η εργασία που πραγματοποιείται κάτω από την επι­φάνεια του εδάφους, του νερού, σε επικίνδυνα ύψη ή σε χώρους υπό περιορισμό.

5. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υ­πουργών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως και που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Α.Σ.Ε., καθορίζονται Προγράμματα Δράσης για την προστασία των εργαζόμενων ανηλίκων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 2918/2001. Οι σκοποί των προγραμμάτων αυτών πρέπει να είναι σύμφωνοι με τα όσα προβλέπονται στην 182 Διεθνή Σύμβαση Εργασίας για την απαγόρευση των χειρότερων μορφών εργασίας των παιδιών και άμεση δράση με σκοπό την εξάλειψή τους. Το Υπουργείο Εργα­σίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί να συνεργάζεται για το σκοπό αυτόν με άλλους συναρμόδιους φορείς, όργανα, αρχές και υπηρεσίες. Με απόφαση του Υπουρ­γού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι, ο τρόπος, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τις συ­νεργασίες αυτές.

6. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υ­πουργών που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως, καθορίζονται τα όργανα και οι κατάλληλοι μη­χανισμοί για την ολοκληρωμένη και συστηματική επί­βλεψη της εφαρμογής των διατάξεων του ν. 2918/2001 και του παρόντος άρθρου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται η ορ­γάνωση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) για την ανάπτυξη στοχευμένης δράσης για την προστα­σία των ανηλίκων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του.

Αρθρο 66

Απαγόρευση εργασίας

1. Ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων του κε­φαλαίου αυτού ανήκει στο Σ.ΕΠ.Ε..

2. Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Σ.ΕΠ.Ε. απαγορεύουν τη συνέχιση της εργασίας του ανηλίκου σε ορισμένη επι­χείρηση, όταν απασχολείται σε συνθήκες που δεν δια­σφαλίζουν τη σωματική ή την ψυχική του υγεία.

Αρθρο 67

Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις

1. Ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποί του που παραβαίνουν από δόλο ή από αμέλεια τις διατάξεις του κεφαλαίου αυ­τού και των αποφάσεων, που εκδίδονται κατ' εξουσιοδότησή του, τιμωρούνται, αν από άλλη ποινική διάταξη δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή με τις ποινές του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα.

2. Με κράτηση ή πρόστιμο τιμωρείται και εκείνος που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου, όταν επιτρέπει σε αυ­τόν να ασχολείται κατά παράβαση των άρθρων 51, 52, 54 και 57.

3. Εργοδότης που παραβιάζει τις διατάξεις και απα­σχολεί ανηλίκους σε εργασίες, έργα ή δραστηριότητες κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 65, παρ. 4, 5 και 6, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και με χρηματική ποινή. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος έχει την επιμέλεια ανηλίκου που απασχολείται σε εργα­σία, έργο ή δραστηριότητες κατά παράβαση των διατά­ξεων του άρθρου 65, παρ. 4, 5 και 6. Ο εργοδότης τιμω­ρείται επιπλέον και με τις διοικητικές κυρώσεις του άρ­θρου 16 παρ. 1 έως 5 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ 205 Α).

Αρθρο 68

Ναυτική εργασία

Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με κοινή πρόταση των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφά­λισης και Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτι­λίας, εναρμονίζονται οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη ναυ­τική εργασία με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ θ'

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ - ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Αρθρο 69

Όργανα ελέγχου

1. Ο έλεγχος εφαρμογής των διατάξεων του κώδικα αυτού και των πράξεων που εκδίδονται σε εκτέλεσή του ανατίθενται στα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Εργα­σίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.

2. Για το σκοπό αυτό τα παραπάνω όργανα συνεργάζο­νται με άλλες δημόσιες υπηρεσίες και μπορούν να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων ή πληροφοριών των σχετικών με την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων που υπάρχουν στις υπηρεσίες τους.

3. Όταν οι διατάξεις του κώδικα αυτού και των πράξε­ων που εκδίδονται σε εκτέλεσή του αφορούν εργαζομέ­νους που απασχολούνται σε τομείς ή κλάδους ή επιχει­ρήσεις που εποπτεύονται από άλλους φορείς εκτός από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η αρμοδιότητα ελέγχου για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών μπορεί να ανατίθεται στους φορείς αυτούς. Η α­νάθεση αυτή γίνεται με προεδρικά διατάγματα, που εκ­δίδονται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινω­νικής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε..

4. Για τις επιχειρήσεις των μεταλλείων, λατομείων και ορυχείων ο έλεγχος της εφαρμογής του παρόντος και των προεδρικών διαταγμάτων που εκδίδονται κατεξουσιοδότησή του ανατίθεται στις αρμόδιες για τον έλεγχο των επιχειρήσεων αυτών υπηρεσίες.

Αρθρο 70

Παροχή στοιχείων - Εχεμύθεια οργάνων

1. Οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να παρέχουν, αν τους ζητηθούν, όλα τα στοιχεία και πληροφορίες για την πα­ραγωγική διαδικασία και τις χρησιμοποιούμενες ύλες που έχουν σχέση με την υγεία και την ασφάλεια των ερ­γαζομένων, στα αρμόδια σύμφωνα με το άρθρο 69 όρ­γανα ελέγχου και στον αρμόδιο ιατρό για την επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων. Η επιχείρηση κατά την πα­ροχή των στοιχείων και πληροφοριών οφείλει να διευ­κρινίζει ποιά απ' αυτά αποτελούν απόρρητο της επιχεί­ρησης.

2. Τα αρμόδια όργανα ελέγχου, για την εφαρμογή των διατάξεων του κώδικα αυτού και των πράξεων που εκδί­δονται σε εκτέλεσή του, είναι υποχρεωμένα να τηρούν εχεμύθεια για τα επαγγελματικά απόρρητα των επιχει­ρήσεων ή εκμεταλλεύσεων που περιέρχονται σε γνώση τους κατά τον έλεγχο.

3. Η υποχρέωση τήρησης του απορρήτου παύει να υ­πάρχει στο μέτρο που εμποδίζει την αποτελεσματικότη­τα του διενεργούμενου ελέγχου και ιδιαίτερα τον εντοπισμό των κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των ερ­γαζομένων, την ανάλυση και ερμηνεία των αποτελεσμά­των των μετρήσεων και την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων.

4. Την υποχρέωση της παραγράφου 2 έχουν και όσοι χειρίζονται τα θέματα αυτά στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Αρθρο 71

Διοικητικές κυρώσεις

1. Σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα, προμηθευτή που παραβαίνει τις διατάξεις της νομοθεσίας για την υγεία και ασφάλεια των εργαζο­μένων ανεξάρτητα από τις ποινικές κυρώσεις, επιβάλλεται με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου Προϊσταμένου Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου ή του ελέγξαντος Ειδικού Επιθεωρητή Εργασίας και ύστερα α­πό προηγούμενη πρόσκληση του εργοδότη για παροχή εξηγήσεων:

α) πρόστιμο για καθεμία παράβαση, από πεντακόσια ευρώ (500,00€) μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000,00€),

β) προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικό διάστημα μέχρι έξι ημερών.

2. Ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης μπορεί, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμό­διου επιθεωρητή εργασίας, να επιβάλει στους παραπάνω προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης πα­ραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι ημερών, ή και οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης.

3. Κατά την επιλογή και επιβολή των παραπάνω διοικη­τικών ποινών λαμβάνονται υπόψη ιδίως:

α) η αμεσότητα, η σοβαρότητα και η έκταση του κινδύ­νου,

β) η σοβαρότητα της παράβασης, η τυχόν επανα­λαμβανόμενη μη συμμόρφωση στις υποδείξεις των αρμόδιων οργάνων, οι παρόμοιες παραβάσεις για τις ο­ποίες έχουν επιβληθεί κυρώσεις στο παρελθόν και ο βαθμός υπαιτιότητας.

4. Πριν από την επιβολή των παραπάνω διοικητικών κυρώσεων μπορεί να χορηγηθεί εύλογη προθεσμία μέ­χρι τριάντα ημερών για συμμόρφωση ή να παραταθεί μία μόνο φορά η προθεσμία έως και δέκα ημέρες, αν κριθεί ότι εκείνη που χορηγήθηκε αρχικά δεν ήταν επαρκής.

5. Ως προς τη διαδικασία επιβολής προστίμου εφαρμό­ζεται το άρθρο 16 παρ. 2 του ν. 2639/1998 όπως ισχύει μετά το άρθρο 66 παρ. 1 του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ 97 Α).

6. Η εκτέλεση των διοικητικών κυρώσεων προσωρινής και οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυ­νομική αρχή.

7. Με αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνι­κής Ασφάλισης, που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε. και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερ­νήσεως, μπορεί να αυξάνονται τα όρια των προστίμων της παραγράφου 1 περ. α'.

8. Οι διοικητικές κυρώσεις και η βεβαίωση και είσπρα­ξη προστίμων δεν εφαρμόζονται για το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και τους Ο.Τ.Α.. Αντί επιβολής προστίμου, ο επι­θεωρητής εργασίας συντάσσει αιτιολογημένη έκθεση την οποία υποβάλλει στους Υπουργούς Εσωτερικών, Α­ποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εργα­σίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και στον οικείο Υπουργό και ανακοινώνει στον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, την οποία αφορά.

Αρθρο 72

Ποινικές κυρώσεις

1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της νομοθεσίας, για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται με εξουσιοδότησή της τιμωρείται με φυλάκι­ση τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλά­χιστον εννιακοσίων ευρώ (900,00€) ή και με τις δύο αυ­τές ποινές. Κάθε κατασκευαστής ή παρασκευαστής, ει­σαγωγέας ή προμηθευτής, που παραβαίνει με πρόθεση τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται μ ε εξουσιοδότησή της τιμωρεί­ται με ποινή φυλάκισης ή με χρηματική ποινή τουλάχι­στον διακοσίων ενενήντα τριών ευρώ (293,00€) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Σε περίπτωση παράβασης των δια­τάξεων από αμέλεια οι παραπάνω δράστες τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός έτους ή με χρηματική ποινή.

2. Η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση με απευθείας κλήση.

3. Σε περίπτωση αναβολής της δίκης, στις υποθέσεις της παραγράφου 1 το δικαστήριο με απόφασή του ορίζει ρητή δικάσιμο, μέσα σε είκοσι μία ημέρες.

Αρθρο 73

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

1. Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρότα­ση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., καθορίζονται τα μέτρα υγιει­νής, ασφάλειας και προστασίας της υγείας των εργαζομένων, που πρέπει να λαμβάνονται για την απο­τροπή του επαγγελματικού κινδύνου κατά ειδικές εργα­σίες, είδη εργασιών ή δραστηριότητες για την εφαρμογή του παρόντος κώδικα. Τα προεδρικά αυτά διατάγματα μπορεί να προβλέπουν και σταδιακή εφαρμογή των μέ­τρων που καθορίζουν.

2. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρό­ταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, ύ­στερα από γνώμη του Σ.Υ.Α.Ε., καθορίζεται ο εθνικός κατάλογος επαγγελματικών ασθενειών σύμφωνα με το παράρτημα Ι της Σύστασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2003/670/ΕΚ «Σχετικά με τον ευρωπαϊκό κατάλογο των επαγγελματικών ασθενειών».

3. Με κοινές υπουργικές αποφάσεις οι οποίες εκδίδο­νται από τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλι­σης και τους συναρμόδιους Υπουργούς και μετά από γνωμοδότηση του Σ.Υ.Α.Ε., καθορίζονται:

α) Οι όροι και οι προϋποθέσεις λειτουργίας των επιχει­ρήσεων που ασχολούνται με τις εργασίες κατεδάφισης και αφαίρεσης αμιάντου ή/και υλικών που περιέχουν α­μίαντο από κτίρια, κατασκευές, συσκευές, εγκαταστά­σεις και πλοία, καθώς επίσης και με τις εργασίες συντή­ρησης, επικάλυψης και εγκλεισμού αμιάντου ή/και υλι­κών που περιέχουν αμίαντο. Οι επιχειρήσεις αυτές πρέ­πει να διαθέτουν σχετική άδεια η οποία εκδίδεται από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης το ο­ποίο συνεπικουρείται στο έργο του από γνωμοδοτική ε­πιτροπή. Όλες οι σχετικές λεπτομέρειες για τη συγκρό­τηση της επιτροπής, τη συμμετοχή σε αυτή των εμπλε­κόμενων φορέων, τον τρόπο λειτουργίας της, την αμοιβή των μελών και κάθε άλλη σχετική δαπάνη θα καθορι­στούν με την ως άνω αναφερθείσα κοινή υπουργική από­φαση.

β) Η διαδικασία έγκρισης των προγραμμάτων εκπαί­δευσης όλων όσων εμπλέκονται σε εργασίες με αμίαντο ή αμιαντούχα υλικά, η οργάνωση, η εκτέλεση, η λειτουρ­γία, το είδος, η διάρκεια, οι δαπάνες εκτέλεσης και οι φορείς που διενεργούν τα προγράμματα εκπαίδευσης, η διδακτέα ύλη, τα προσόντα των διδασκόντων και των εκ­παιδευομένων, τα πιστοποιητικά που χορηγούνται και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Ο χρόνος αποχής των ερ­γαζομένων από την εργασία, για την παρακολούθηση των προγραμμάτων αυτών, θεωρείται χρόνος εργασίας για κάθε συνέπεια από τη σχέση εργασίας και για την α­μοιβή τους και δεν μπορεί να συμψηφιστεί με την κανο­νική ετήσια άδειά τους.»

Αρθρο δεύτερο

1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε διάταξη γενική ή ειδική που αφορά θέματα ρυθμιζό­μενα από τον παρόντα κώδικα.

2. Όπου στις ισχύουσες διατάξεις αναφέρονται «Επι­τροπές Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας», «Νομαρ­χιακές Επιτροπές Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργα­σίας» και «Συμβούλιο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργα­σίας» νοούνται, αντιστοίχως, οι κατά τον παρόντα κώδι­κα «Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομέ­νων», «Νομαρχιακές Επιτροπές Υγείας και Ασφάλειας των Εργαζομένων» και το «Συμβούλιο Υγείας και Ασφά­λειας των Εργαζομένων».

3. Η ισχύς του παρόντος αρχίζει ένα μήνα μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 31 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

Ι. Ραγκούσης

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Γ. Παπακωνσταντίνου

ΕθΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ

Ε. Βενιζέλος

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

Λ. Κατσέλη

ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ       

Α. Λοβέρδος

ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Μ. Ξενογιαννακοπούλου

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝθΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Χ. Καστανίδης

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Μ. Χρυσοχοϊδης

 

 

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

στο σχέδιο νόμου «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων»

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

Α. Το παρόν σχέδιο αποτελεί κωδικοποίηση νομοθετι­κών διατάξεων που ισχύουν για την υγεία και την ασφά­λεια των εργαζομένων. Η κωδικοποίηση έγινε από την Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης (Κ.Ε.Κ.) σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφος 7 του Συντάγματος και το άρ­θρο 2 του ν. 3133/2003 και περιλαμβάνει διατάξεις τυπι­κών νόμων.

Ειδικότερα το υποβαλλόμενο σχέδιο κώδικα καταρτί­σθηκε από τμήμα της Κεντρικής Επιτροπής Κωδικοποίη­σης (Κ.Ε.Κ.) αποτελούμενο από τον Πρόεδρο της Επι­τροπής Κωνσταντίνο Μενουδάκο, Αντιπρόεδρο του Συμ­βουλίου Επικρατείας και τα μέλη Στέφανο Γαβρά, Αντι­πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαμεντζελόπουλο, Σύμβουλο Επικρατείας, Διονύσιο Λασκαράτο, Σύμ­βουλο Ελεγκτικού Συνεδρίου, Αθανάσιο Καρδαρά, Ομό­τιμο Καθηγητή Πανεπιστημίου, Μιχαήλ Αυγουστιανάκη, Επίκουρο Καθηγητή Πανεπιστημίου και Γεώργιο Μιχαλόπουλο, Αναπληρωτή Καθηγητή Πανεπιστημίου και ολο­κληρώθηκε από το τμήμα με νεώτερη σύνθεση στην ο­ποία συμμετείχε και ο Λεωνίδας Κοτσαλής - Καθηγητής Νομικής Αθηνών.

Τη συγκέντρωση και συστηματική κατάταξη της προς κωδικοποίηση ύλης επιμελήθηκε πενταμελής ομάδα ερ­γασίας που ορίστηκε από την Κ.Ε.Κ. σύμφωνα με το άρ­θρο 20 παράγραφος 4 του ν. 3226/2004. Την ομάδα ερ­γασίας απετέλεσαν οι Ιωάννης Κραψίτης, Προϊστάμενος της Γενικής Διεύθυνσης Συνθηκών και Υγιεινής της Ερ­γασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφά­λισης, Τρύφωνας Γκινάλας, Προϊστάμενος της Διεύθυν­σης Συνθηκών Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Κωνσταντίνος Πετίνης, Προϊ­στάμενος του Κέντρου Υγιεινής και Ασφάλειας της Ερ­γασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφά­λισης, Ιωάννης Σαντοριναίος, υπάλληλος της Γενικής Δι­εύθυνσης Συνθηκών και Υγιεινής της Εργασίας του Υ­πουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Ιω­άννα Παπαϊωάννου, υπάλληλος της Διεύθυνσης Προ­γραμματισμού και Συντονισμού Τεχνικής και Υγειονομι­κής Επιθεώρησης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. Ως υπεύθυνος για το συντονισμό του έργου της ομάδας εργασίας με την Κ.Ε.Κ. ορίστηκε το μέλος της Επιτρο­πής Αθανάσιος Καρδαράς, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπι­στημίου.

Με το σχέδιο κωδικοποιούνται κατά βάση διατάξεις τυπικών νόμων δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του ν. 3133/2003, οι κανονιστικές πρά­ξεις κωδικοποιούνται με τη μορφή προεδρικού διατάγμα­τος. Παρά ταύτα η Επιτροπή, κάνοντας χρήση της ευχέ­ρειας που παρέχεται στο άρθρο 20 παράγραφος 2 του ν. 3226/2004 για την κατ' εξαίρεση ενσωμάτωση κανονιστι­κών διατάξεων σε κώδικα τυπικών νόμων, περιέλαβε τέ­τοιες διατάξεις όπου έκρινε τούτο αναγκαίο, όπως ειδι­κότερα διευκρινίζεται στην οικεία θέση. Κυρίως έχουν συμπεριληφθεί στην κωδικοποίηση διατάξεις του π.δ/τος 17/1996, οι οποίες άλλωστε έχουν εκδοθεί προκειμένου να ενσωματωθούν στην εθνική νομοθεσία κοινοτικές ο­δηγίες και ως εκ τούτου, έχουν αυξημένη ισχύ. Εξάλλου, δεν περιλαμβάνονται στην κωδικοποίηση Διεθνείς Συμ­βάσεις και Κανονισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά την κωδικοποίηση έγιναν οι αναγκαίες φραστι­κές μεταβολές. Τα χρηματικά ποσά σε δραχμές που ανα­γράφονταν στις κωδικοποιούμενες διατάξεις, μετατρά­πηκαν σε ευρώ και στρογγυλοποιήθηκαν σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Η κωδικοποίηση αυτή στηρίζεται κατά βάση στο ν. 1568/1985 και στο προαναφερόμενο π.δ. 17/1996.

Επισημαίνεται ότι ο όρος «υγιεινή» που χρησιμοποιεί­ται στις κωδικοποιούμενες διατάξεις αντικαταστάθηκε με τον όρο «υγεία». Ήδη, από το έτος 1992 στην Ευρω­παϊκή Ένωση καθιερώθηκε η έκφραση «προστασία της υ­γείας και της ασφάλειας των εργαζομένων» σε αντικα­τάσταση της φράσης «προστασία της υγιεινής και της α­σφάλειας των εργαζομένων». Ακολούθησαν οι Ευρω­παϊκές Οδηγίες που χρησιμοποιούν την ορολογία αυτή, η οποία έχει πλέον καθιερωθεί και στην ελληνική νομο­θεσία.

Προς την ορολογία αυτή προσαρμόσθηκε και ο τίτλος των επιτροπών που προβλέπονται από τις κωδικοποιούμενες στα άρθρα 4, 26 και 27 του Κώδικα διατάξεις. Έτσι στον κώδικα ο όρος «υγιεινής», χρησιμοποιείται μόνον με την έννοια της ατομικής υγιεινής στην εργασία.

Στην κωδικοποίηση δεν περιελήφθησαν διατάξεις, οι οποίες δεν έχουν μεν ρητώς καταργηθεί, αλλά η Επιτρο­πή έκρινε είτε ότι έχουν σιωπηρώς καταργηθεί, διότι τα σχετικά θέματα ρυθμίζονται ήδη από νεότερες διατά­ξεις, είτε ότι αποτελούσαν διατάξεις προσωρινής ισχύος ή διατάξεις με μόνο περιεχόμενο τον καθορισμό του χρόνου έναρξης ισχύος των κωδικοποιούμενων διατάξε­ων ή την κατάργηση διατάξεων προγενέστερων νομοθε­τημάτων.

Ειδικότερα δεν περιελήφθησαν:

1.Το άρθρο 1 παράγραφος 3 του ν. 1568/1985, διότι δεν έχει πλέον εφαρμογή, επειδή οι διατάξεις της εργα­τικής νομοθεσίας που αφορούν την υγεία και την ασφά­λεια των εργαζομένων εφαρμόζονται, εφόσον δεν ορί­ζεται αλλιώς, σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα σύμ­φωνα με τα οριζόμενα στα άρθρο 1 παράγραφος 1 και 2 του ν. 1568/1985, άρθρο μόνο π.δ. 289/1986, άρθρο 1 της κ.υ.α. 88555/3293/1988 και άρθρο 1 παράγραφοι 3, 4 και 6 του π.δ. 17/1996. Επισημαίνεται ότι η κ.υ.α. αυτή, της οποίας οι διατάξεις έχουν περιληφθεί και σε άλλα άρθρα του Κώδικα, έχει κυρωθεί με νόμο και, επομένως, έχει α­ποκτήσει ισχύ τυπικού νόμου.

2.Το άρθρο 2 Α' παράγραφος 1 εδάφιο δεύτερο του ν. 1568/1985, διότι έχει έμμεσα τροποποιηθεί από το άρ­θρο 3 παράγραφος 1 του π.δ. 17/1996, επειδή στις επι­χειρήσεις που απασχολούν 20 άτομα και πάνω οι εργα­ζόμενοι έχουν δικαίωμα να επιλέγουν εκπροσώπους με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλει­ας.

3.Το άρθρο 14 παράγραφος 1 του ν. 1568/1985, διότι έ­χει έμμεσα καταργηθεί: α) από το άρθρο 4 παράγραφος 1 του π.δ. 17/1996, κατά το οποίο στις επιχειρήσεις που απασχολούν κατά ετήσιο μέσο όρο 50 και άνω εργα­ζομένους, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρη­σιμοποιεί τις υπηρεσίες ιατρού εργασίας, β) από το άρ­θρο 4 παράγραφος 2 του π.δ. 17/1996, με το οποίο προ­βλέπεται ότι, με την επιφύλαξη ειδικότερων ή πλέον δεσμευτικών διατάξεων, στις επιχειρήσεις που απασχο­λούν λιγότερους από 50 εργαζομένους ο εργοδότης έ­χει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνι­κού ασφάλειας, γ) από το άρθρο 3 παράγραφος 1 του π.δ. 17/1996, σύμφωνα με το οποίο στις επιχειρήσεις που απασχολούν από 20 άτομα και πάνω οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να επιλέγουν εκπροσώπους, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προστασίας της ασφάλειας και δ) από το άρθρο 3 παράγραφος 3 του π.δ. 17/1996, κατά το οποίο στις επιχειρήσεις που απασχολούν κάτω από 20 άτομα οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να διαβουλεύ­ονται μεταξύ τους και να επιλέγουν με πλειοψηφία εκπρόσωπό τους για την υγεία και ασφάλεια των εργαζο­μένων.

4.Το άρθρο 15 παράγραφοι 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του ν. 1568/1985, διότι ισχύουν οι νεώτερες διατάξεις του π.δ. 368/1989 «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας» (ΦΕΚ 163 Α).

5.Το άρθρο 29 παράγραφος 4 του ν. 1568/1985, διότι η διάταξη αυτή διαλαμβάνει προθεσμία εκδόσεως των π.δ., η οποία είναι μεν ενδεικτική, αλλά έχει προ πολλού παρέλθει ο εύλογος χρόνος για τη χρήση της εξουσιο­δότησης αυτής. Αλλωστε, η επανάληψη της διάταξης με μνεία της ίδιας προθεσμίας θα συνιστούσε αλλοίωση της κωδικοποιούμενης ρύθμισης διότι θα ισοδυναμούσε με χορήγηση νέας προθεσμίας.

6.Τα άρθρα 33, 34 και 35 του ν. 1568/1985, διότι καταρ­γήθηκαν με το άρθρο 27 παράγραφος   1 του ν. 2224/1994.

7.Τα άρθρα 38 και 39 του ν. 1568/1985, διότι οι διατά­ξεις τους δεν αφορούν θέματα υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων.

8.Το άρθρο 19 παράγραφος 7 του ν. 1767/1988, διότι αναφέρεται στην κύρωση της υ.α. 131325/7.8.1987 (ΦΕΚ Β' 467) και της κ.υ.α. 131782/26.10.1987 (ΦΕΚ Β' 601), οι οποίες αφορούν ειδικότερα θέματα και για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι δεν ενδείκνυται η ένταξή τους στον παρόντα κώδικα νόμων.

9.Το άρθρο 19 παράγραφος 8 του ν. 1767/1988, διότι ι­σχύουν οι νεώτερες διατάξεις του π.δ. 368/1989 «Οργα­νισμός Υπουργείου Εργασίας» (ΦΕΚ 163 Α).

10.Το άρθρο 19 παρ. 9 του ν. 1767/1988, διότι καταρ­γήθηκε με το άρθρο 27 παράγραφος 1 του ν. 2224/1994.

11 .Το άρθρο 1 του π.δ. 294/1988, διότι έχει έμμεσα κα­ταργηθεί α) από το άρθρο 4 παράγραφος 1 του π.δ. 17/1996, κατά το οποίο στις επιχειρήσεις που απασχο­λούν κατά ετήσιο μέσο όρο 50 και άνω εργαζομένους, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρησιμοποιεί τις υπη­ρεσίες ιατρού εργασίας, β) από το άρθρο 4 παράγραφος 2 του π.δ. 17/1996, με το οποίο προβλέπεται ότι, με την επιφύλαξη ειδικότερων ή πλέον δεσμευτικών διατάξεων, στις επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 50 εργαζομένους ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να χρη­σιμοποιεί τις υπηρεσίες τεχνικού ασφάλειας, γ) από το άρθρο 3 παράγραφος 1 του π.δ. 17/1996, σύμφωνα με το οποίο στις επιχειρήσεις που απασχολούν από 20 άτομα και πάνω οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα να επιλέγουν εκπροσώπους, με ειδική αρμοδιότητα σε θέματα προ­στασίας της ασφάλειας και δ) από το άρθρο 3 παράγρα­φος 3 του π.δ. 17/1996, σύμφωνα με το οποίο στις επι­χειρήσεις που απασχολούν κάτω από 20 άτομα οι εργαζόμ ενοι έχουν δικαίωμα να διαβουλεύονται μεταξύ τους και να επιλέγουν με πλειοψηφία εκπρόσωπό τους για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων.

12.Το άρθρο 4 παράγραφος 1  της υπ' αριθμ.88555/3293/ 30.9.1988 κοινής απόφασης Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας «Υγιεινή και ασφάλεια του προσωπικού του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ και των Ο.Τ.Α» (Φ.Ε.Κ. 721 Β), διότι ισχύουν οι νεώτερες διατάξεις του π.δ. 368/1989 «Οργανισμός Υπουργείου Εργασίας» (ΦΕΚ 163 Α).

13.Το άρθρο 7 παράγραφος 2 της υπ' αριθμ. 88555/3293/30.9.1988 κοινής απόφασης Υπουργών Προ­εδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας «Υγιεινή και ασφάλεια του προσωπικού του Δημοσίου των Ν.Π.Δ.Δ και των Ο.Τ.Α» (Φ.Ε.Κ. 721 Β), διότι θεωρείται ότι έχει καταργηθεί με το άρθρο 8 μέρος Β' παρ. 3 και το άρθρο 28 παρ. 9 του ν. 3205/2003 «Μι­σθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Α­στυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 297 Α).

14.Το άρθρο 2 παράγραφος 3 ν. 1837/1989, διότι ήταν προσωρινής ισχύος για το χρονικό διάστημα έως την έκ­δοση υπουργικών αποφάσεων, οι οποίες έχουν πλέον εκδοθεί και είναι υ.α. 130627/1990 (ΦΕΚ Β' 620) και 130621/2003 (Β' 875).

15.Το άρθρο 18 παράγραφοι 3 και 4 του ν. 1837/1989, διότι οι διατάξεις αυτές καταργήθηκαν με τον ν. 2639/1998, όπως επιβεβαιώνεται με τον ν. 3144/2003.

16.Το άρθρο 19 παράγραφοι 1, 2 και 3 του ν. 1837/1989, διότι περιέχει μεταβατικές διατάξεις.

17.Το άρθρο 24 παράγραφος 2 του ν. 2224/1994, που αφορά τη διαδικασία επιβολής προστίμου, διότι έχει εμ­μέσως καταργηθεί από τις διατάξεις του άρθρου 16 πα­ράγραφος 2 και 6 του ν. 2639/1998 και του άρθρου 66 παράγραφος 1 του ν. 2717/1999.

18.Το άρθρο 27 παράγραφος 2 του ν. 2224/1994, διότι δεν έχει πλέον αντικείμενο δεδομένου ότι οι διατάξεις του ν. 1568/1985 όπως συμπληρώθηκαν με μεταγενέ­στερα νομοθετήματα κωδικοποιούνται με το παρόν σχέ­διο νόμου.

19.Το άρθρο 1 παράγραφος 1 του π.δ. 17/1996, διότι οι οδηγίες 89/391/ΕΟΚ της 12ης Ιουνίου 1989 και 91/383/ΕΟΚ της 25ης Ιουνίου 1991, περιελήφθησαν αμ­φότερες στο π.δ. 17/1996, οι διατάξεις του οποίου κωδι­κοποιούνται στον παρόντα κώδικα.

20.Το άρθρο 16 παράγραφοι 1 και 2 του π.δ. 17/1996, διότι οι σχετικές ρυθμίσεις, με τις νομοθετικές τους πα­ραπομπές, περιελήφθησαν στα άρθρα 71 και 72 αντίστοι­χα του κώδικα.

21.Το άρθρο 17 παράγραφος 2 του ν. 2639/1998, διότι το άρθρο 72 παράγραφος 1 του Κώδικα διατυπώθηκε με­τά από συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων: α) 25 πα­ράγραφος 1 του ν. 2224/1994, β) 17 παράγραφος 1 του ν. 2639/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρά­γραφος 2 ν. 3385/2005 και γ) 27 παράγραφος 1 ν. 2224/1994. Κατόπιν αυτού δεν έχει πλέον αντικείμενο η παράγραφος 2 του άρθρου 17 του ν. 2639/1998 και άρα δεν υπάρχει ανάγκη να κωδικοποιηθεί.

Β. Ο κώδικας αποτελείται από 73 άρθρα, κατανεμημέ­να σε εννέα κεφάλαια.

Στο πρώτο κεφάλαιο, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», πε­ριλαμβάνονται οι διατάξεις που περιέχουν το αντικείμε­νο, την έκταση εφαρμογής και τους ορισμούς του κώδι­κα για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

Στο άρθρο 1 ορίζεται το αντικείμενο του κώδικα. Η Ε­πιτροπή, έκανε χρήση της ευχέρειας που της παρέχεται από το άρθρο 20 παράγραφος 2 του ν. 3226/2004 και πε­ριέλαβε διάταξη του π.δ. 17/1996, προκειμένου να προσ­διορίσει το αντικείμενο του κώδικα.

Στο άρθρο 2 κωδικοποιούνται διατάξεις σχετικές με την έκταση εφαρμογής του κώδικα. Περιλαμβάνονται διατάξεις των π.δ. 17/1996 και π.δ. 289/1986 και της κ.υ.α. 88555/3293/1988, που έχει κυρωθεί με νόμο, προ­κειμένου να ορισθεί η έκταση εφαρμογής του κώδικα.

Στο άρθρο 3 κωδικοποιούνται διατάξεις σχετικές με τους ορισμούς. Περιλαμβάνονται διατάξεις του π.δ. 17/1996, σχετικά με τους ορισμούς για τους: εργαζόμε­νο, εργοδότη, επιχείρηση, εκπρόσωπο των εργαζομέ­νων, τόπο εργασίας, πρόληψη και αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Επίσης περιλαμβάνονται διατάξεις της προα­ναφερομένης κ.υ.α. 88555/3293/1988, προκειμένου να προσδιορισθούν οι έννοιες της επιχείρησης και του ερ­γοδότη, όσον αφορά το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και τους Ο.Τ.Α..

Στο δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Όργανα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στην επιχείρηση», περιλαμβά­νονται διατάξεις σχετικές με τα όργανα βελτίωσης των συνθηκών εργασίας.

Στο άρθρο 4 κωδικοποιούνται διατάξεις σχετικές με τη σύσταση της Επιτροπής Υγείας και Ασφάλειας των Ερ­γαζομένων (Ε.Υ.Α.Ε.). Η Επιτροπή, κάνοντας χρήση της ευχέρειας που της παρέχεται από το άρθρο 20 παράγρα­φος 2 του ν. 3226/2004, περιέλαβε διατάξεις του π.δ. 17/1996 προκειμένου: α) να διασαφηνισθεί ανάλογα με τον αριθμό των απασχολουμένων σε μία επιχείρηση πό­τε γίνεται σύσταση Ε.Υ.Α.Ε. και πότε επιλέγονται εκπρό­σωποι ή εκπρόσωπος των εργαζομένων και β) να προσ­διορισθεί ο χρόνος απαλλαγής από την εργασία των εκ­προσώπων των εργαζομένων για να εκπληρώσουν τις υ­ποχρεώσεις τους. Επίσης περιέλαβε διατάξεις της κ.υ.α. 88555/3293/1988, προκειμένου να διευκρινισθεί πού εί­ναι δυνατό να ασκηθεί προσφυγή από μονίμους υπαλλή­λους ή υπαλλήλους με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δι­καίου που υπηρετούν σε οργανικές θέσεις του Δημοσί­ου, ν.π.δ.δ. ή Ο.Τ.Α. σχετικά με τη σύσταση Ε.Υ.Α.Ε. σε περίπτωση που υπάρχουν παραρτήματα, υποκαταστήμα­τα, χωριστές εγκαταστάσεις ή αυτοτελείς εκμεταλλεύ­σεις, εξαρτημένες από την κύρια επιχείρηση και οι οποί­ες θεωρούνται ότι αποτελούν αυτοτελείς επιχειρήσεις.

Στα άρθρα 5, 6 και 7 κωδικοποιούνται διατάξεις σχετι­κές με τις αρμοδιότητες, τον αριθμό των μελών και τον τρόπο εκλογής των μελών της Ε.Υ.Α.Ε. καθώς και τις υ­ποχρεώσεις των εργοδοτών και την παρεχόμενη προ­στασία προς τα μέλη και τους εκπροσώπους των εργαζο­μένων.

Στο άρθρο 8 κωδικοποιούνται διατάξεις σχετικές με την υποχρέωση των επιχειρήσεων για απασχόληση τε­χνικού ασφάλειας και ιατρού εργασίας. Η Επιτροπή, έκα­νε χρήση της ευχέρειας που της παρέχεται από το άρ­θρο 20 παράγραφος 2 του ν. 3226/2004, και περιέλαβε διατάξεις του π.δ. 17/1996, προκειμένου να διευκρινισθεί πότε οι επιχειρήσεις υποχρεούνται να απασχολούν τε­χνικό ασφάλειας και ιατρό εργασίας, ανάλογα με τον α­ριθμό των απασχολουμένων εργαζομένων.

Στο άρθρο 9 κωδικοποιούνται διατάξεις σχετικές με την παροχή υπηρεσιών προστασίας και πρόληψης. Περι­λαμβάνονται διατάξεις των π.δ. 17/1996 και π.δ. 159/1999 προκειμένου να διευκρινισθούν: α) οι δυνατό­τητες των περιπτώσεων επιλογής, από τον εργοδότη, παροχής υπηρεσιών τεχνικού ασφάλειας ή/και ιατρού εργασίας, β) η γνωστοποίηση στοιχείων, πριν από την ε­πιλογή ανάθεσης καθηκόντων, όσον αφορά τους τεχνικό ασφάλειας ή/και ιατρό εργασίας, γ) ο έλεγχος των στοι­χείων αυτών, δ) η υποχρέωση σύστασης Εσωτερικής Υ­πηρεσίας Προστασίας και Πρόληψης (ΕΣ.Υ.Π.Π.) και ε) η υποχρέωση του τεχνικού ασφάλειας ή/και του ιατρού ερ­γασίας για διενέργεια μετρήσεων παραγόντων στο χώ­ρο εργασίας και, σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν έ­χει τη δυνατότητα αυτή, να προσφεύγει σε Εξωτερικές Υπηρεσίες Προστασίας και Πρόληψης (ΕΞ.Υ.Π.Π.).

Στο άρθρο 10 κωδικοποιείται διάταξη σχετική με την κατάταξη των επιχειρήσεων ανά κλάδο οικονομικής δρα­στηριότητας η οποία περιλαμβάνεται στο π.δ. 294/1988, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ταξινόμηση των επι­χειρήσεων, που έγινε σύμφωνα με την εθνική στατιστική ταξινόμηση των κλάδων οικονομικής δραστηριότητας (Σ.ΤΑ.Κ.Ο.Δ.) έτους 1980, την οποία πραγματοποίησε η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.

Το άρθρο 11 περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τα προσόντα που πρέπει να διαθέτει ο τεχνικός ασφάλειας.

Το άρθρο 12 περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με το α­παιτούμενο επίπεδο γνώσεων του τεχνικού ασφάλειας. Περιλαμβάνονται διατάξεις των π.δ. 17/1996 και π.δ. 294/1988, με τις οποίες καθορίζεται το επίπεδο γνώσεων που πρέπει να διαθέτει ο τεχνικός ασφάλειας ανάλογα: α) με την κατηγορία της επιχείρησης, εκμετάλλευσης και εργασίας στην οποία απασχολείται ο τεχνικός ασφάλει­ας και β) με τον αριθμό των απασχολουμένων στην επι­χείρηση.

Με το άρθρο 13 κωδικοποιείται το άρθρο 5 του π.δ. 294/1988 που αφορά την ειδικότητα που πρέπει να δια­θέτει ο τεχνικός ασφάλειας, ανάλογα με τον κλάδο οικο­νομικής δραστηριότητας της επιχείρησης στην οποία α­πασχολείται.

Τα άρθρα 14 και 15 αφορούν τις αρμοδιότητες καθώς και τις υποχρεώσεις του τεχνικού ασφάλειας.

Τα άρθρα 16 και 17 αφορούν τα προσόντα του ιατρού εργασίας και του βοηθητικού προσωπικού καθώς και τις αρμοδιότητες του ιατρού εργασίας.

Το άρθρο 18 περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με την επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων, η οποία γίνεται από τον ιατρό εργασίας. Στο άρθρο αυτό περιελήφθησαν διατάξεις του π.δ. 17/1996 που αφορούν: α) τη δυνατό­τητα του ιατρού εργασίας να παραπέμπει τους εργαζό­μενους για συμπληρωματικές ιατρικές εξετάσεις σε άλ­λους φορείς, εφόσον η επιχείρηση δεν διαθέτει την κα­τάλληλη υποδομή και β) την υποχρέωση τήρησης από τον ιατρό εργασίας ιατρικού φακέλου και συμπερίληψης σε αυτόν ατομικού βιβλιαρίου επαγγελματικού κινδύνου.

Στο άρθρο 19 περιελήφθησαν διατάξεις του π.δ. 17/1996 σχετικές με το δικαίωμα των εργαζομένων να προβαίνουν σε προληπτικές ιατρικές εξετάσεις.

Το άρθρο 20 ορίζει τα σχετικά με τη συνεργασία τεχνι­κού ασφάλειας και ιατρού εργασίας που είναι αναγκαία για την επίτευξη του έργου τους.

Στο άρθρο 21 περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με το χρόνο απασχόλησης του τεχνικού ασφάλειας και του ιατρού εργασίας. Συγκεκριμένα, περιελήφθησαν και δια­τάξεις των π.δ. 294/1988, π.δ. 17/1996 και π.δ. 159/1999, προκειμένου να καθορισθεί με πληρότητα ο χρόνος απα­σχόλησης των ανωτέρω, σε συνάρτηση: α) με την κατη­γορία της επιχείρησης, εκμετάλλευσης και εργασίας και β) τον αριθμό των απασχολουμένων στην επιχείρηση. Ε­λήφθη υπόψη ως προς τον ιατρό εργασίας η με αριθμό 2760/2003 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Στο άρθρο 22 περιλαμβάνονται διατάξεις, σχετικές με την επιμόρφωση των τεχνικών ασφάλειας, ιατρών εργα­σίας και εκπροσώπων των εργαζομένων. Η Επιτροπή, πε­ριέλαβε διατάξεις του π.δ. 17/1996 που αφορούν τα προ­γράμματα επιμόρφωσης των παραπάνω προσώπων.

Στο άρθρο 23 κωδικοποιούνται διατάξεις του π.δ. 17/1996 σχετικές με την ίδρυση και λειτουργία των Εξω­τερικών   Υπηρεσιών   Προστασίας   και   Πρόληψης (ΕΞ.Υ.Π.Π.).

Το άρθρο 24 αφορά τη σύσταση γνωμοδοτικής επιτρο­πής προκειμένου να χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στις ΕΞ.Υ.Π.Π..

Στο άρθρο 25 περιλαμβάνονται εξουσιοδοτικές διατά­ξεις, για τη ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων του δεύτερου κεφαλαίου.

Στο τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο «Όργανα για τη βελτίω­ση των συνθηκών εργασίας σε Εθνικό επίπεδο», περι­λαμβάνονται διατάξεις σχετικές με τα όργανα για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Το άρθρο 26 αφορά το Συμβούλιο Υγείας και Ασφάλει­ας των Εργαζομένων (Σ.Υ.Α.Ε.).

Το άρθρο 27 αφορά τις Νομαρχιακές Επιτροπές Υγεί­ας και Ασφάλειας των Εργαζομένων (Ν.Ε.Υ.Α.Ε.), περι­λήφθηκε δε διάταξη της κ.υ.α. 88555/3293/1988 με την οποία συμπληρώνεται η ρύθμιση για τη συγκρότηση των Ν.Ε.Υ.Α.Ε..

Το άρθρο 28 αφορά τη σύσταση των μικτών επιτροπών ελέγχου των συνθηκών υγείας και ασφάλειας της εργα­σίας για τις οικοδομές και τα εργοταξιακά έργα, καθώς και τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Πειραιά - Δραπε­τσώνας - Κερατσινίου - Περάματος - Σαλαμίνας.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, με τίτλο «Κτιριολογικές απαι­τήσεις», περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με τις κτι­ριολογικές απαιτήσεις των χώρων εργασίας.

Το άρθρο 29 αφορά το σχεδιασμό των χώρων εργα­σίας.

Το άρθρο 30 αφορά το σχέδιο διαφυγής και διάσωσης από τους χώρους εργασίας καθώς επίσης και τις οδούς διάσωσης και εξόδους κινδύνου.

Το άρθρο 31 αφορά τη συντήρηση των τόπων εργα­σίας, των συστημάτων ασφαλείας και τον έλεγχο των ε­γκαταστάσεων και των μέσων παροχής πρώτων βοηθει­ών.

Το άρθρο 32 αφορά την ανεμπόδιστη κυκλοφορία στους χώρους εργασίας.

Το άρθρο 33 αφορά τα κριτήρια διαμόρφωσης των χώ­ρων και θέσεων εργασίας.

Στο πέμπτο κεφάλαιο, με τίτλο «Πρόληψη του επαγ­γελματικού κινδύνου από μηχανές», περιλαμβάνονται σχετικές διατάξεις για την πρόληψη του επαγγελματι­κού κινδύνου.

Το άρθρο 34 αφορά τις υποχρεώσεις κατασκευαστών, εισαγωγέων και προμηθευτών μηχανών, εργαλείων και συσκευών.

Το άρθρο 35 αφορά την προστασία από μηχανικούς και ηλεκτρικούς κινδύνους.

Στο έκτο κεφάλαιο, με τίτλο «Προστασία των εργαζο­μένων από φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγο­ντες», περιλαμβάνονται σχετικές διατάξεις για την προ­στασία των εργαζομένων.

Στο άρθρο 36 περιλαμβάνονται οι ορισμοί που αφο­ρούν τον παράγοντα, την οριακή τιμή έκθεσης και την ο­ριακή τιμή βιολογικού δείκτη.

Το άρθρο 37 περιέχει διατάξεις σχετικές με τις υπο­χρεώσεις των εργοδοτών, παρασκευαστών, εισαγωγέων και προμηθευτών αναφορικά με φυσικούς, χημικούς και βιολογικούς παράγοντες.

Τα άρθρα 38, 39 και 40 περιλαμβάνουν διατάξεις σχε­τικές με τα μέτρα προστασίας και τον ιατρικό έλεγχο των εργαζομένων καθώς και την ειδική πληροφόρηση που πρέπει να λαμβάνουν οι εργαζόμενοι που εκτίθενται σε παράγοντες.

Στο άρθρο 41 περιλαμβάνονται εξουσιοδοτικές διατά­ξεις, για τη ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων του έκτου κε­φαλαίου.

Στο έβδομο κεφάλαιο, με τίτλο «Υποχρεώσεις εργο­δοτών - εργαζομένων», περιλαμβάνονται σχετικές δια­τάξεις με τις υποχρεώσεις τους.

Το άρθρο 42 αφορά τις γενικές υποχρεώσεις των ερ­γοδοτών και προέκυψε από συνδυασμό των σχετικών διατάξεων του ν. 1568/1985 και του π.δ. 17/1996.

Το άρθρο 43 αφορά τις ειδικές υποχρεώσεις των εργο­δοτών και προέκυψε από συνδυασμό των σχετικών δια­τάξεων του ν. 1568/1985, του π.δ. 17/1996 και του π.δ. 159/1999.

Το άρθρο 44 αφορά εργαζομένους σε δημόσιες υπηρε­σίες, ν.π.δ.δ. και Ο.Τ.Α.. Για την πληρότητα αυτού περιε­λήφθησαν και οι διατάξεις της προαναφερομένης κ.υ.α. 88555/3293/1988 που έχει κυρωθεί με νόμο.

Το άρθρο 45 περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τις πρώτες βοήθειες, την πυρασφάλεια, την εκκένωση των χώρων από τους εργαζομένους και τις ενέργειες των ερ­γαζομένων και των εργοδοτών σε περίπτωση σοβαρού και άμεσου κινδύνου. Για την πληρότητα αυτού περιλαμ­βάνονται και διατάξεις του π.δ. 17/1996.

Το άρθρο 46 περιέχει διατάξεις σχετικές με την υπο­χρέωση των εργοδοτών να διαβουλεύονται με τους ερ­γαζομένους, καθώς και τη συμμετοχή των εργαζομένων στα θέματα της ασφάλειας και της υγείας κατά την ερ­γασία. Περιλαμβάνονται διατάξεις του π.δ. 17/1996 και συγκεκριμένα του άρθρου 10 αυτού.

Το άρθρο 47 περιέχει διατάξεις σχετικές με την ενημέ­ρωση των εργαζομένων εκ μέρους του εργοδότη σε θέ­ματα σχετικά με την ασφάλεια και την υγεία κατά την ερ­γασία. Το άρθρο προέκυψε από το συνδυασμό διατάξε­ων του ν. 1568/1985 και του π.δ. 17/1996.

Το άρθρο 48 περιέχει διατάξεις σχετικές με την εκπαί­δευση των εργαζομένων στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας της εργασίας. Περιλαμβάνονται διατάξεις του π.δ. 17/1996 και συγκεκριμένα του άρθρου 12 αυτού.

Το άρθρο 49 αφορά την υποχρέωση των εργαζομένων να εφαρμόζουν τους κανόνες υγείας και ασφάλειας. Το άρθρο προέκυψε από συνδυασμό διατάξεων του ν. 1568/1985 και του π.δ. 17/1996.

Στο όγδοο κεφάλαιο, με τίτλο «Προστασία ανηλίκων κατά την απασχόληση», περιλαμβάνονται σχετικές δια­τάξεις για την προστασία των ανηλίκων.

Το άρθρο 50 ορίζει τα σχετικά με το πεδίο εφαρμογής, που αναφέρεται στην προστασία των ανηλίκων κατά την απασχόληση.

Το άρθρο 51 αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις απασχόλησης των ανηλίκων.

Το άρθρο 52 αφορά τους όρους απασχόλησης των α­νηλίκων σε καλλιτεχνικές και παρεμφερείς απασχολή­σεις.

Το άρθρο 53 αναφέρεται στην παρακολούθηση προ­γραμμάτων επαγγελματικού προσανατολισμού από τους ανήλικους πριν απασχοληθούν σε οποιαδήποτε εργασία.

Τα άρθρα 54, 55 και 56 αφορούν τα χρονικά όρια εργα­σίας, τα σχετικά με την αμοιβή και τις άδειες των εργα­ζομένων ανηλίκων.

Το άρθρο 57 αφορά την υποχρέωση των ανηλίκων να φέρουν βιβλιάριο εργασίας κατά την απασχόλησή τους.

Το άρθρο 58 αφορά τα έντυπα που πρέπει να τηρούν οι εργοδότες όταν απασχολούν ανηλίκους.

Το άρθρο 59 περιέχει διατάξεις σχετικές με το μητρώο ανηλίκων που πρέπει να τηρεί ο φορέας ελέγχου, εφό­σον οι ανήλικοι έχουν εφοδιαστεί με βιβλιάριο εργασίας.

Τα άρθρα 60, 61 και 62 αναφέρονται στις προϋποθέ­σεις για την έκδοση βιβλιαρίου εργασίας των ανηλίκων.

Το άρθρο 63 αφορά την ιατρική πιστοποίηση που λαμ­βάνουν οι ανήλικοι, μετά τις απαιτούμενες ιατρικές εξε­τάσεις, για να εκδώσουν βιβλιάριο εργασίας.

Το άρθρο 64 αφορά τις αξιώσεις των ανηλίκων έναντι του εργοδότη τους.

Στο άρθρο 65 ορίζονται τα πρόσθετα μέτρα και τα μέ­τρα πρόληψης που οφείλει να λαμβάνει κάθε εργοδότης όταν απασχολεί ανηλίκους, προκειμένου να εξαλει­φθούν οι κίνδυνοι που προέρχονται από το εργασιακό περιβάλλον.

Το άρθρο 66 ορίζει τα σχετικά με την απαγόρευση, α­πό το φορέα ελέγχου, της εργασίας σε ανήλικο, όταν η εργασία αυτή δεν διασφαλίζει τη σωματική ή τη ψυχική του υγεία.

Στο άρθρο 67 περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με τις ποινικές και διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται στον εργοδότη ή στον εκπρόσωπό του, καθώς και σε ε­κείνον που ασκεί την επιμέλεια του ανηλίκου.

Το άρθρο 68 περιέχει εξουσιοδότηση για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων προκειμένου να εναρμονι­στούν οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ναυτική εργασία με τις διατάξεις του όγδοου κεφαλαίου.

Στο ένατο κεφάλαιο, με τίτλο «Τελικές διατάξεις - Κυ­ρώσεις», περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με την ε­φαρμογή του κώδικα καθώς και εξουσιοδοτικές διατά­ξεις.

Το άρθρο 69 ορίζει τα όργανα τα οποία ελέγχουν την εφαρμογή των διατάξεων του κώδικα και προέκυψε από συνδυασμό διατάξεων του ν. 1568/1985 και του π.δ. 17/1996.

Στο άρθρο 70 περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με: α) την υποχρέωση της παροχής στοιχείων και πληροφο­ριών από τις επιχειρήσεις στα όργανα που ελέγχουν την εφαρμογή των διατάξεων του κώδικα και β) το καθήκον εχεμύθειας των οργάνων ελέγχου.

Στο άρθρο 71 περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικές με την επιβολή διοικητικών κυρώσεων σε κάθε εργοδότη, κατασκευαστή, παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευ­τή. Περιλήφθηκε το άρθρο 6 της ανωτέρω κ.υ.α. 88555/3293/1988, για να επισημανθεί η διαφοροποίηση που υπάρχει ως προς την διαδικασία της επιβολής διοι­κητικών κυρώσεων, καθώς και τη βεβαίωση και την εί­σπραξη προστίμων, όσον αφορά το Δημόσιο, τα ν.π.δ.δ. και τους Ο.Τ.Α..

Στο άρθρο 72 κωδικοποιούνται διατάξεις σχετικές με την επιβολή ποινικών κυρώσεων, σε περίπτωση παράβα­σης διατάξεων της νομοθεσίας που αφορούν μόνο την υ­γεία και ασφάλεια των εργαζομένων, όσον αφορά τους: εργοδότη, κατασκευαστή ή παρασκευαστή, εισαγωγέα ή προμηθευτή. Δεν περιλήφθηκαν ποινικές διατάξεις που αναφέρονται σε παράβαση της εργατικής νομοθεσίας εν γένει. Κατά συνέπεια δεν περιλήφθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του ν. 2639/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3385/2005 οι οποίες όμως ε­λήφθησαν υπόψη κατά το μέτρο που τροποποιούν την ποινική μεταχείριση του εργοδότη για παραβάσεις των διατάξεων για την υγεία και την ασφάλεια.

Το άρθρο 73 αφορά εξουσιοδοτικές διατάξεις. Ειδικό­τερα αφορά: α) τον καθορισμό μέτρων υγιεινής, ασφά­λειας και προστασίας της υγείας των εργαζομένων που πρέπει να λαμβάνονται για την αποτροπή του επαγγελ­ματικού κινδύνου, όσον αφορά ειδικές εργασίες, είδη εργασιών ή δραστηριοτήτων, β) τον καθορισμό του εθνι­κού καταλόγου των επαγγελματικών ασθενειών, γ) τον καθορισμό των όρων και προϋποθέσεων λειτουργίας των επιχειρήσεων που ασχολούνται με τις εργασίες κατεδά­φισης και αφαίρεσης αμιάντου ή/και υλικών που περιέ­χουν αμίαντο από κτίρια, κατασκευές, συσκευές, εγκα­ταστάσεις και πλοία, καθώς επίσης και με τις εργασίες συντήρησης, επικάλυψης και εγκλεισμού αμιάντου ή/και υλικών που περιέχουν αμίαντο και τέλος δ) την διαδικα­σία έγκρισης των προγραμμάτων εκπαίδευσης όλων ό­σων εμπλέκονται σε εργασίες με αμίαντο ή αμιαντούχα υλικά, την οργάνωση, την εκτέλεση, την λειτουργία, το είδος, τη διάρκεια, τις δαπάνες εκτέλεσης και τους φο­ρείς που διενεργούν τα προγράμματα εκπαίδευσης, τη διδακτέα ύλη, τα προσόντα των διδασκόντων και των εκ­παιδευομένων, τα πιστοποιητικά που χορηγούνται και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

Γ. Δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, ο παρών κώ­δικας προτείνεται προς ψήφιση με βάση το άρθρο 76 πα­ράγραφος 7 του Συντάγματος, πρόκειται δηλαδή για νο­μοθετική κωδικοποίηση, στο άρθρο δεύτερο του σχεδίου ορίζεται ότι καταργούνται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού οι κωδικοποιούμενες διατάξεις. Πίνακες α­ντιστοιχίας των διατάξεων αυτών παρατίθενται κατωτέ­ρω.

Αθήνα 31 Μαρτίου 2010

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ

ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ

 Ι. Ραγκούσης

ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΜΥΝΑΣ

Ε. Βενιζέλος

ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Α. Λοβέρδος

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Μ. Χρυσοχοϊδης

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Γ. Παπακωνσταντίνου

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ

Λ. Κατσέλη

ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Μ. Ξενογιαννακοπούλου

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ

Χ. Καστανίδης

 

Αριθμ. 29 / 1 / 2010

ΕΚθΕΣΗ

Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος)

στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοι­νωνικής Ασφάλισης «Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων».

Α. Με τις διατάξεις του υπόψη νομοσχεδίου κυρώνεται η κωδικοποίηση των υφιστάμενων νομοθετικών και κα­νονιστικών ρυθμίσεων, που αναφέρονται στην υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, όπως αυτή καταρτίσθη­κε από την Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης (Κ.Ε.Κ.), σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 7 του Συντάγματος και το άρθρο 2 του ν. 3133/2003.

Β. Από τις προτεινόμενες διατάξεις δεν προκαλείται πρόσθετη επιβάρυνση στον κρατικό προϋπολογισμό ή στον προϋπολογισμό των επιχορηγούμενων από αυτόν φορέων.

Αθήνα, 1 Μαρτίου 2010 Η Γενική Διευθύντρια Βιολέττα Καρακατσάνη-Κονίδα

       Εκτύπωση σελίδας
Πίσω Αρχή Aρχική σελίδα


ΓΡΑΦΕΙΑ: ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ 1, ΜΑΡΟΥΣΙ, Τ.Κ. 151 22. ΤΗΛ. 210 3217721, 210 3310096, 210 3240557, FAX: 210 3216671