Κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ' αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία.
Απόφαση 1363 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1363/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ_ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΕΡΤ ΑΕ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάλλα.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Μάραντ Ελλάς Διαφημίσεις - Δημόσιες Σχέσεις - Εκδόσεις - Μάρκετινγκ Εταιρεία περιορισμένης Ευθύνης", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αποστολίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3709/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4893/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του κωδ/νου ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις. Κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρίας ή από τρίτους. Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό απ' αυτή αλλά όργανό της. Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ. και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο. Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο. Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 7α περ. γ και 7β παρ. 15 του ν. 2190, όπως προστέθηκαν με το Π.Δ. 409/1986, προκύπτει ότι οι αποφάσεις της διοίκησης για διορισμό των προσώπων που έχουν εξουσία να την εκπροσωπούν υποβάλλονται σε δημοσιότητα. Η δημοσιότητα αυτή, όσον αφορά το διορισμό εκπροσώπων της Α.Ε., δεν αποτελεί συστατικό τύπο, αλλά έχει βεβαιωτικό - δηλωτικό χαρακτήρα, γι' αυτό αν η απόφαση δεν έχει υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα δεν μπορεί να την επικαλεσθεί η εταιρεία, ενώ αντίθετα μπορούν να την επικαλεσθούν κατ' αυτής οι τρίτοι. Οι διατάξεις αυτές δεν αντιβαίνουν προς τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 2190/1920 που προστέθηκε με το άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 2339/1995, κατά την οποία οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου καταχωρούνται περιληπτικά σε ειδικό βιβλίο που μπορεί να τηρείται και κατά το μηχανογραφικό σύστημα.
Περαιτέρω κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ' αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 1694/2009, 1187/2000). Η οργανική εκπροσώπηση βέβαια της εταιρείας, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2190/1920 γενικά ή για την ενέργεια συγκεκριμένου είδους πράξεων, καθ' υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, διαφέρει από την αντιπροσώπευση της, κατά το άρθρο 211 ΑΚ (κατόπιν πληρεξουσιότητας ή εντολής) για την ενέργεια συγκεκριμένης πράξεως ή είδους πράξεων, αφού κατά την οργανική εκπροσώπηση η βούληση της εταιρείας εκφράζεται πρωτογενώς (Α.Π. 470/2006, 1659/2005 ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του Ν. 1730/1987 "Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Α.Ε." το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη του σκοπού της ΕΡΤ-ΑΕ, χωρίς να αναμειγνύεται στην τρέχουσα διαχείριση και διεκπεραίωση θεμάτων συνήθους διοικητικής, οικονομικής και τεχνικής φύσης (παρ. 1). Το διοικητικό συμβούλιο έχει και τις αρμοδιότητες διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας, με την επιφύλαξη των διατάξεων αυτού του νόμου (παρ. 3). Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί με απόφαση του να μεταβιβάζει ορισμένες από τις αρμοδιότητες του στον πρόεδρο του (παρ. 4). Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου προΐσταται σε όλες τις υπηρεσίες της ΕΡΤ-ΑΕ, διευθύνει το έργο τους και παίρνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της εταιρίας, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου. Στο πλαίσιο που καθορίζεται από το προηγούμενο εδάφιο, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ασκεί όλες τις ουσιαστικές διευθυντικές αρμοδιότητες. Στην άσκηση των καθηκόντων του ο πρόεδρος επικουρείται από τους εντεταλμένους συμβούλους, γενικούς διευθυντές και διευθυντές, στους οποίους μπορεί με απόφαση του να μεταβιβάσει ορισμένες από αυτές (παρ. 5). Κατά τις προβλέψεις του ανωτέρω άρθρου το διοικητικό συμβούλιο της ΕΡΤ-ΑΕ με την υπ' αριθ. 1023/2391/16-4-1991 απόφασή του κανόνισε τις αρμοδιότητες των καταστατικών οργάνων της ΕΡΤ. Ειδικότερα κράτησε για τον εαυτό του όλες τις εκ του νόμου και του κανονισμού προμηθειών αρμοδιότητες που ανατίθενται αποκλειστικά σ' αυτό και τις υπόλοιπες τις εκχώρησε στον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της ΕΡΤ-ΑΕ, όρισε δε ότι επί εγκρίσεων δαπανών και αναθέσεων εσωτερικών και εξωτερικών παραγωγών, αγορών, μισθώσεως ελληνικού και ξένου προγράμματος και γενικώς καλύψεως διαφόρων γεγονότων, στα πλαίσια του προϋπολογισμού: α) μέχρι 60.000.000 δρχ. αποφασίζει ο καθύλην αρμόδιος Γενικός Διευθυντής, β) από 60.000.001 - 120.000.000 δρχ. αποφασίζουν από κοινού ο καθύλην αρμόδιος Γενικός Διευθυντής και ο Πρόεδρος - Διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ-ΑΕ και γ) από 120.0001 και άνω αποφασίζει το Διοικητικό συμβούλιο της ΕΡΤ-ΑΕ. Η απόφαση αυτή του Δ.Σ. δεν έχει δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και δεν δεσμεύει τους τρίτους που συναλλάσσονται με την εταιρία. Περαιτέρω, από το άρθρο 84 του ν.δ. 321/1969 ορίζεται ότι "πάσα σύμβασις δια λογαριασμόν του Δημοσίου έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δραχμών ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διαρκείας εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου". Η διάταξη όμως αυτή δεν εφαρμόζεται επί της ΕΡΤ ΑΕ η οποία διέπεται από το Ν. 1730/1987. Το ανεφάρμοστο επί της ΕΡΤ ΑΕ της ως άνω διάταξης προκύπτει σαφώς από το άρθρο 14 παρ.5 του Ν. 1730/1987, το οποίο ορίζει για ποια θέματα εφαρμόζονται στην ΕΡΤ ΑΕ οι διατάξεις που ισχύουν για το Δημόσιο και δεν είναι επιτρεπτή η αναλογική εφαρμογή τους σε άλλες περιπτώσεις. Ειδικότερα ορίζεται από την ως άνω διάταξη ότι "οι διατάξεις για την παραγραφή αξιώσεων για τόκους προσωποκράτησης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που ισχύον υπέρ του δημοσίου εφαρμόζονται και υπέρ της ΕΡΤ ΑΕ και των εταιρειών που ιδρύονται με αποκλειστικά κεφάλαια της". Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, εκτός από εκείνες για τόκους, δεν εφαρμόζονται για τις αξιώσεις του προσωπικού των εταιρειών αυτών που προέρχονται από την παροχή εργασίας τους, για τις οποίες εφαρμόζεται η ισχύουσα νομοθεσία. Από το άρθρο 3 παρ.1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) της ΕΡΤ ΑΕ που επέχει ισχύ νόμου, αφού εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 παρ.9 του Ν.1730/87 και έχει δημοσιευθεί στην εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 283/Β/20-4-89) με τίτλο "Εξωτερικοί συνεργάτες" ορίζεται ότι δεν αποτελούν προσωπικό της ΕΡΤ και δεν υπάγονται στον παρόντα Κανονισμό εκείνοι στους οποίους ανατίθεται για συγκεκριμένη εκπομπή με έγγραφη σύμβαση η εκτέλεση συγκεκριμένου έργου. Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται η αμοιβή (εργολαβικό αντάλλαγμα) που ρητά καθορίζεται από τη σχετική σύμβαση για το συγκεκριμένο έργο, ανεξάρτητα από το χρόνο που απαιτείται ή αναλώθηκε για την εκτέλεση του. Οι σχέσεις των εξωτερικών συνεργατών με την ΕΡΤ ΑΕ διέπονται αποκλειστικά από τη συγκεκριμένη ατομική σύμβαση και τις οικείες διατάξεις του νόμου (681 επ. ΑΚ). Όμως δεν πρόκειται για περίπτωση ρυθμιζόμενη από το προαναφερόμενο άρθρο 3 στη σύμβαση πώλησης που συνάπτεται μεταξύ ΕΡΤ ΑΕ και εταιρείας, η οποία από την πλευρά της δυνάμει άλλης σύμβασης έχει εξασφαλίσει το αποκλειστικό δικαίωμα τηλεοπτικής μετάδοσης μιας αθλητικής εκδήλωσης και έχοντας προς τούτο τη σχετική δυνατότητα μεταβιβάζει στην ΕΡΤ ΑΕ, αιτία πώλησης, το δικαίωμα τηλεοπτικής μετάδοσης τέτοιας αθλητικής εκδήλωσης. Τούτο, γιατί η σύμβαση αυτή πώλησης κείται εκτός του ρυθμιστικού πεδίου του άνω άρθρου 3 του Γ.Κ.Π. της ΕΡΤ ΑΕ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του Εσωτερικού Κανονισμού Προμηθειών-Εκποιήσεων της ΕΡΤ που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17γ του ν. 230/1975, εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 25831/Ε/336/16-11-1976 και ισχύει κατ' άρθρο 19 παρ.5 του ν. 1730/1987 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 1, 2 και 3 αυτού ουδόλως προκύπτει ότι επί πωλήσεως αποκλειστικού δικαιώματος τηλεοπτικής μετάδοσης διεξαγόμενου (ζωντανού) αθλητικού αγώνος στην ΕΡΤ-ΑΕ απαιτείται ως συστατικός τύπος το έγγραφο, χωρίς το οποίο η σχετική σύμβαση είναι άκυρη. Αντίθετα από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 3 του ίδιου Κανονισμού που ορίζουν ότι "εις τον προμηθευτήν επ" ονόματι του οποίου εγένετο η κατακύρωσις ή εις όν ανατίθεται απευθείας η προμήθεια κατόπιν προσφοράς αυτού απευθύνεται από της αρμοδίας υπηρεσίας σχετική έγγραφος αναγγελία" και ότι "από της αναγγελίας της προμήθειας η συμβατική δέσμευσης θεωρείται αναληφθείσα υπ' αμφοτέρων των μερών το δε μετά ταύτα ακολουθούν έγγραφο της συμβάσεως έχει αποδεικτικόν χαρακτήρα" συνάγεται ότι το έγγραφο αυτό δεν είναι συστατικό της σύμβασης, πολύ δε περισσότερο όταν δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία προμηθειών που προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΑΠ 1457/1998).
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 Ελλ.Δ 47.728, Ολ.ΑΠ 4/2005 Ελλ.Δ 46.382).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι στις 26-10-1991 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, προφορικά, η πώληση από την αναιρεσίβλητη εταιρία στην αναιρεσείουσα, αντί τιμήματος 6.000.000 δρχ., του δικαιώματος τηλεοπτικής μετάδοσης κατ' αποκλειστικότητα από την ελληνική τηλεόραση ΕΡΤ 1 του αθλητικού αγώνα καλαθοσφαίρησης μεταξύ των ομάδων Μπόσνα Σεράγεβο και Περιστερίου, ο οποίος επρόκειτο να διεξαχθεί στο Σαν Τζόρτζιο της Ιταλίας στις 30-10-1991, τα δικαιώματά της κατ' αποκλειστικότητα μετάδοσης του οποίου είχε αγοράσει προηγουμένως η αναιρεσίβλητη από την γηπεδούχο ομάδα Μπόσνα Σεράγεβο. Η αποδοχή της πρότασης πώλησης για λογαριασμό της εναγομένης και εντεύθεν η ολοκλήρωση της κατάρτισης της σύμβασης έγινε από τον Διευθυντή τηλεόρασης της ΕΡΤ Α. Ζ., ο οποίος ενεργούσε κατόπιν σχετικής εντολής και εξουσιοδότησης του Προέδρου της ΕΡΤ-ΑΕ ( άρθρο 7 παρ. 4 εδ. τελευταίο του Ν. 1730/1987 σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 157/15-4-1991 απόφαση Δ.Σ. της εναγομένης ). Ότι συνεπεία της εκτιθέμενης στην απόφαση αντισυμβατικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη ζημιώθηκε κατά το ποσό των 41.085,84 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε το Εφετείο ότι οφείλει να της καταβάλει η αναιρεσείουσα .Από το σύνολο των παραδοχών του Εφετείου προκύπτει σαφώς ότι αυτό δέχθηκε ότι ο Διευθυντής της ΕΡΤ Α. Ζ. συνεβλήθη όχι ως καταστατικό όργανο της ΕΡΤ, αλλά ως αντιπρόσωπος και εντολοδόχος αυτής κατά τα άρθρα 216 και 713 Α.Κ., εξουσιοδοτηθείς προς τούτο από τον Πρόεδρο και διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, ο οποίος είναι καταστατικό όργανο της εταιρίας κατά το άρθρο 7 παρ. 5 του ιδρυτικού νόμου της ΕΡΤ 1730/1987, προΐσταται σε όλες τις υπηρεσίες της ΕΡΤ, διευθύνει το έργο τους και παίρνει τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν την λειτουργία της εταιρίας, των εγκεκριμένων προγραμμάτων και προϋπολογισμών και των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου, ασκώντας στο πλαίσιο αυτό όλες τις ουσιαστικές διευθυντικές αρμοδιότητες, επικουρούμενος στο έργο του αυτό από τους εντεταλμένους συμβούλους, γενικούς διευθυντές και διευθυντές, στους οποίους μπορεί να μεταβιβάσει ορισμένες από τις αρμοδιότητες του αυτές και ο οποίος έλαβε τη σχετική απόφαση έγκρισης της δαπάνης, την υλοποίηση της οποίας ανέθεσε στον Διευθυντή της ΕΡΤ Α. Ζ., που εμφανίστηκε και ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης. Την έννοια αυτή έχει και η παραδοχή του Εφετείου ότι ο ανωτέρω διευθυντής ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της ΕΡΤ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ότι εγκύρως καταρτίστηκε ατύπως η επίμαχη σύμβαση με συμβαλλόμενο για λογαριασμό της αναιρεσείουσας τον Διευθυντή της Α. Ζ., που ενεργούσε όχι ως νόμιμος εκπρόσωπος της, αλλά ως αντιπρόσωπος της και κατόπιν ρητής προφορικής εξουσιοδότησης του Προέδρου αυτής, ορθά σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. α' από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Ο πρώτος υπό στοιχ. β ' από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά την αναφορά του στο περιεχόμενο της 157/1991 αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΡΤ παραμόρφωσε αυτό και δέχθηκε ότι η έγκριση δαπάνης μέχρι του ποσού των 60.000.000 δρχ. αποφασίζεται από τον Διευθυντή, αντί του Γενικού Διευθυντή, είναι αλυσιτελής, διότι πέραν του ότι η ανωτέρω απόφαση του Δ.Σ. δεν έχει δημοσιευθεί και εντεύθεν δεν δεσμεύει τους συναλλασσόμενους με την ΕΡΤ, το διατακτικό της απόφασης στηρίζει η παραδοχή ότι ο ανωτέρω Διευθυντής ενήργησε κατ' εξουσιοδότηση του Προέδρου της ΕΡΤ και ως αντιπρόσωπος αυτής και όχι ότι αυτός είχε σύμφωνα με την 157/1991 απόφαση του Δ.Σ. αρμοδιότητα έγκρισης της σχετικής δαπάνης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 του Α.Κ. και 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 ( Κώδιξ Δικών Δημοσίου), που ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής", προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών του Ελληνικού Δημοσίου αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής. Από τη διάταξη του άρθρου 21 του ισχύοντος Κώδικα Δικών Δημοσίου, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής και τις διατάξεις των άρθρων 70, 321 και 904 ΚΠολΔ, που ορίζουν ότι το αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι και αναγνωριστικό, ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο και ότι εκτελεστό τίτλο αποτελούν μόνο οι αποφάσεις που εκδίδονται επί καταψηφιστικών αγωγών, συνάγεται ότι με την ασκούμενη αναγνωριστική αγωγή, η οποία έχει αντικείμενο την αυθεντική διάγνωση κάποιας χρηματικής αξιώσεως παρέχεται ισότιμη προστασία με εκείνη της καταψηφιστικής αγωγής. Τούτο δε διότι η αναγνωριστική αγωγή δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της καταψηφιστικής, η κατάθεση της διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως (άρθρο 261 Α.Κ.) και τέμνεται η διαφορά με δύναμη δεδικασμένου και, έτσι, η ασφάλεια του δικαίου, στην οποία εκτός των άλλων, αποβλέπει η δίκη, πραγματώνεται πλήρως και με την απλή αναγνώριση της χρηματικής αξιώσεως. Το γεγονός ότι επί αναγνωριστικής αγωγής δεν αποκτάται τίτλος εκτελεστός δεν επάγεται κάποια συνέπεια, αφού η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο που θα επιληφθεί της καταψηφιστικής αγωγής. Εξ άλλου, με τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δεν αίρονται και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 Α.Κ., δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 7/2011). Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στην αναιρεσίβλητη τόκους από της επιδόσεως της από 10-12-1991 προγενέστερης καταψηφιστικής αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη και στη συνέχεια αυτής ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, που από καταψηφιστική περιορίστηκε σε αναγνωριστική, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν.Δ. 26-6/1944 και ο περί του αντιθέτου δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτο υπό στοιχ. α κατά το πρώτο μέρος του λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του Α.Κ. και απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, την οποία υπέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο έφεσης η αναιρεσείουσα. Για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε ότι η ένδικη από 1-7-2002 αγωγή ασκήθηκε μετά από 16 χρόνια από την άσκηση της προηγούμενης από 10-12-1991 όμοιας κατά την ιστορική και νομική αιτία αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την αμετάκλητη 1115/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε με δύναμη δεδικασμένου ότι την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ΕΡΤ ΑΕ έχει μόνο ο Πρόεδρος του Δ.Σ.-Διευθύνων σύμβουλος της ΕΡΤ και οι Γενικοί Διευθυντές, εφόσον έχουν εξουσιοδοτηθεί από τον Πρόεδρο, ότι η ενάγουσα, αφού παραιτήθηκε από την αναίρεση που άσκησε κατά της 1115/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, ματαίωσε τη συζήτηση της ένδικης αγωγής κατά τη δικάσιμο της 9-4-2003, η ανωτέρω δε παρελκυστική συμπεριφορά της σε συνδυασμό με την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος από της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας της δημιούργησαν (της αναιρεσείουσας-εναγομένης) την εύλογη πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν θα ασκούσε την ένδικη αγωγή, η οποία συνεπάγεται δυσβάστακτες γι' αυτήν οικονομικές συνέπειες. Τα περιστατικά αυτά, αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής και το Εφετείο που απέρριψε την ένσταση αυτή ως μη νόμιμη δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του Α.Κ. Ο περί του αντιθέτου ανωτέρω εξεταζόμενος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση δεδικασμένου είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν γίνεται επίκληση ότι ο σχετικός ισχυρισμός, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, προεβλήθη ενώπιον του Εφετείου.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται σε τι συνίσταται ειδικότερα η έλλειψη νόμιμης βάσης, ποίες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και για ποίο λόγο είναι ανεπαρκείς ή αντιφατικές, ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και μάλιστα σε πληρότητα και όχι αποσπασματικά και τα συγκεκριμένα "ουσιώδη" ζητήματα, ως προς τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουν ελλείψεις (Α.Π. 1208/08, 920/98).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο υπό στοιχ. β' από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πεπλανημένη και στερείται νομίμου βάσεως, διότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται με το αναιρετήριο οι αντιφατικές αιτιολογίες της απόφασης και η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε. Κατά το μέρος δε που πλήττεται η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 4893/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
