ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
12/10/2026
ΣτΕ Στ΄1404/2026
Πρόεδρος: Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Ε. Παπαδημητρίου, Σύμβουλος Επικρατείας
Από τον συνδυασμό των διατάξεων 2 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 4 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής (πρβλ. και άρθρο 9 παρ. 1 Συντ.), αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας. Τη μέριμνα αυτή, αναγόμενη στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, «τελούντων υπό την εγγύηση του Κράτους», υποχρεούνται «να διασφαλίζουν», ώστε να είναι αποτελεσματική, «όλα τα κρατικά όργανα», κατά τη ρητή, χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 Συντ. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με την καθιερούμενη στην ίδια διάταξη, αλλά και απορρέουσα ευθέως από την αρχή του Κράτους δικαίου, αρχή της αναλογικότητας, οσάκις η επιδίωξη σκοπού δημοσίου συμφέροντος χωρεί με τη λήψη μέτρου που έχει ως συνέπεια τη στέρηση της κατοικίας ορισμένου προσώπου, πρέπει, για την εγκυρότητα κάθε πράξης που κατατείνει στην πραγμάτωση του μέτρου, από οποιοδήποτε κρατικό όργανο κι αν εκδίδεται, και σε κάθε στάδιο της οικείας διαδικασίας, να αποδεικνύεται ότι το μέτρο ήταν απολύτως αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι είχε δηλαδή εξαντληθεί, πριν την προσφυγή σ’ αυτό, κάθε προσπάθεια να ικανοποιηθεί ο δημόσιος σκοπός με άλλα, πρόσφορα, πλην ηπιότερα μέτρα.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε ότι επί αναγκαστικής εκτελέσεως κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. εις βάρος οφειλέτη του Δημοσίου, η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του), τότε μόνον είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη· η παρανομία δε αυτή, δεν αφορά μόνο την κατασχετήρια έκθεση αλλά διατρέχει και καθιστά, κατά τούτο, παράνομες και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας, μεταξύ των οποίων το οικείο πρόγραμμα πλειστηριασμού [και δη ανεξαρτήτως αν έχει συνταγεί μετά από άσκηση της – προστατευτικής επίσης της κατοικίας – ευχέρειας παρατάσεως των σχετικών προθεσμιών για σπουδαίο λόγο (βλ. αιτιολογική έκθεση του νόμου), η οποία προϋποθέτει έγκυρη, πάντως, κατά τα προεκτεθέντα, κατάσχεση]. Δικονομική συνέπεια των ανωτέρω, είναι ότι η εν λόγω πλημμέλεια μπορεί (κατ’ αρχήν) να προβληθεί παραδεκτώς και το πρώτον με ανακοπή κατά του προγράμματος πλειστηριασμού, χωρίς τούτο να συνιστά κάμψη της αρχής της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της εκτέλεσης – υπηρετούσας την ιδιαίτερη ανάγκη ασφάλειας της διαδικασίας ‒, αφού στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, και για τους ως άνω λόγους, η πλημμέλεια αφορά αυτοτελώς και το επόμενο της κατάσχεσης πρόγραμμα πλειστηριασμού. Το οποίο, επί αποδοχής της ανακοπής για τον λόγο αυτό, ακυρώνεται, η δε προηγηθείσα έκθεση κατασχέσεως καθίσταται αντιστοίχως ανενεργή.
