ΜΙΑ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΗΝΙΑΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜOΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ
"ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΦΟΡΟΤΕΧΝΙΚΟΣ & ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ"

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΘΕΜΑΤΟΣ "ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΙΔΗΣΕΙΣ"
Πίσω Aρχική σελίδα

 ΘΕΜΑ:  
Ειδήσεις (Πέμπτη - 12/04/2012)

Υψηλού πιστωτικού κινδύνου, δύο στις τρεις βιομηχανίες.

Ειδήσεις – Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Υψηλού πιστωτικού κινδύνου, δύο στις τρεις βιομηχανίες

Στη ζώνη υψηλού πιστωτικού κινδύνου κατατάσσει πλέον το 64,7% των βιομηχανικών επιχειρήσεων της χώρας, από 46,5% ένα χρόνο πριν, η εταιρεία οικονομικών ερευνών ICAP, η οποία έχει αναγνωριστεί από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικής αξιολόγησης και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως αποδεκτή πηγή πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών επιχειρήσεων. Περίπου 550 επιχειρήσεις του τομέα θεωρείται ότι βρίσκονται ήδη σε πορεία πτώχευσης.

Η ICAP έχει προχωρήσει σε υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του βιομηχανικού τομέα από τις αρχές του 2012, λαμβάνοντας υπόψη τις συνέπειες της επιδείνωσης των συνθηκών στον τομέα.

Στη νέα αξιολόγηση ελήφθησαν υπόψη 5.001 βιομηχανικές επιχειρήσεις κάθε μεγέθους και εταιρικής μορφής.

H πιστοληπτική υποβάθμιση της ελληνικής βιομηχανίας έχει λάβει πλέον δραματικές διαστάσεις, που αντανακλούν τη σημαντική επιβάρυνση της χρηματοοικονομικής θέσης των επιχειρήσεων, ελλείψει πρόσβασης σε πηγές χρηματοδότησης και εξαιτίας της συσσώρευσης ζημιών. Σχεδόν δύο στις τρεις βιομηχανικές επιχειρήσεις της χώρας κινδυνεύουν, αν δεν βελτιωθούν οι οικονομικές συνθήκες, να οδηγηθούν σε αδιέξοδο και πτώχευση. Μέσα σε μία διετία υπερδιπλασιάστηκε το ποσοστό των επιχειρήσεων που διατρέχουν αυτόν τον κίνδυνο από περίπου 30% σε σχεδόν 65%.

Αναλυτικότερα, οι υψηλού πιστωτικού κινδύνου (D1, D2, E1, E2), σύμφωνα με τα στοιχεία της ICAP, ανέρχονται εφέτος σε 3.234 ή σε ποσοστό 64,7% του συνόλου των επιχειρήσεων του βιομηχανικού τομέα, έναντι 46,5% το 2011 και 29,8% ένα χρόνο νωρίτερα.

Συγχρόνως, οι βιομηχανικές επιχειρήσεις χαμηλού πιστωτικού κινδύνου (A1, A2, B1) έχουν περιοριστεί σε 520 ή σε ποσοστό 10,4% το 2012 από 10,6% το 2011 και 16,8% το 2010.

Επίσης, οι μέσου πιστωτικού κινδύνου (B2, C1, C2) αντιστοιχούν πλέον σε 1.247 ή σε ποσοστό 24,9% του συνόλου, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα αποτελούσαν το 42,9% και το 2010 το 53,4%.

Όσο η κατάταξη μιας επιχείρησης πλησιάζει τις διαβαθμίσεις υψηλής πιστοληπτικής ικανότητας (Β1- Α1) τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα εμφάνισης ασυνέπειας ή πτώχευσης.

Η δεκάβαθμη τρέχουσα πιστοληπτική διαβάθμιση του συνόλου των βιομηχανικών επιχειρήσεων, με βάση το ποσοστό των επιχειρήσεων που η ICAP Databank τοποθετεί σε κάθε κατηγορία, συνεκτιμώντας δείκτες ρευστότητας, αποδοτικότητας, κεφαλαιακής διάρθρωσης και βιωσιμότητας, καθώς και στοιχεία συναλλακτικής συμπεριφοράς, οικονομικά και εμπορικά, βάσει των οδηγιών του Κανονισμού 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου και της οδηγίας CESR για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, έχει ως εξής:

- Το 2,01% των επιχειρήσεων, έναντι 1,76% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση Α1, η οποία υποδηλώνει χαμηλότατο πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους ακόμα και υπό τις δυσμενέστερες οικονομικές συγκυρίες και επομένως η πιστοληπτική τους ικανότητα παραμένει σταθερά πολύ υψηλή. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση Α1 ανέρχονται σε 105 και χαρακτηρίζονται από τα εξαιρετικά οικονομικά μεγέθη τους, την ανοδική πορεία και τη σημαντική θέση τους στην αγορά.

- Το 2,32% των επιχειρήσεων, έναντι 2,20% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση Α2, η οποία υποδηλώνει πάρα πολύ χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους ακόμα και υπό δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες και επομένως η πιστοληπτική τους ικανότητα παραμένει σταθερά υψηλή. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση Α2 ανέρχονται σε 116 και χαρακτηρίζονται από τα πολύ σημαντικά οικονομικά μεγέθη τους, την ανοδική πορεία και τη σημαντική θέση τους στην αγορά.

- Το 5,97% των επιχειρήσεων, έναντι 3,44% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση Β1, η οποία υποδηλώνει πολύ χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις οι οποίες ενδέχεται να επηρεαστούν αλλά σε πολύ μικρό βαθμό από δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες και επομένως η πιστοληπτική τους ικανότητα παραμένει σχετικά σταθερή. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση Β1 ανέρχονται σε 299 και χαρακτηρίζονται από τα σημαντικά οικονομικά αποτελέσματα, τη σταθερή πορεία και την ανταγωνιστική θέση τους στην αγορά.

- Το 3,86% των επιχειρήσεων, έναντι 3,15% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση Β2, η οποία υποδηλώνει χαμηλό πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις οι οποίες ενδέχεται να επηρεαστούν αλλά σε μικρό βαθμό από δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες και επομένως η πιστοληπτική τους ικανότητα παραμένει σχετικά σταθερή. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση Β2 ανέρχονται σε 192 και χαρακτηρίζονται από τα ικανοποιητικά οικονομικά αποτελέσματά τους, τη σταθερή πορεία και την ικανοποιητική θέση τους στην αγορά.

- Το 5,80% των επιχειρήσεων, έναντι 8,57% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση C1, η οποία υποδηλώνει μέτριο πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις με ευαισθησία στις δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση C1 ανέρχονται σε 290 και χαρακτηρίζονται από τα μέτρια οικονομικά μεγέθη τους, τη μέτρια πορεία και τη μειωμένη ανταγωνιστική θέση στην αγορά.

-Το 15,31% των επιχειρήσεων, έναντι 16,62 το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση C2, η οποία υποδηλώνει σχετικά αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις οι οποίες εμφανίζουν αυξημένη ευαισθησία στις δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση C2 ανέρχονται σε 765 και χαρακτηρίζονται από τα χαμηλότερα του μέσου οικονομικά μεγέθη τους, την καθοδική πορεία τους και τη μειωμένη ανταγωνιστική θέση στην αγορά.

- Το 21,76 των επιχειρήσεων, έναντι 17,71% το 2011, κατατάσσεται στη θεωρούμενη «γκρίζα», υψηλού κινδύνου πιστοληπτική διαβάθμιση D1, η οποία υποδηλώνει αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις οι οποίες εμφανίζουν μεγάλη ευαισθησία στις δυσμενείς οικονομικές συγκυρίες. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση D1 ανέρχονται σε 1.087 και χαρακτηρίζονται από τα χαμηλά οικονομικά μεγέθη τους, την έντονα καθοδική πορεία και τη χαμηλή ανταγωνιστική θέση τους.

- Το 21,07% των επιχειρήσεων, έναντι 32,43% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση D2, η οποία υποδηλώνει σημαντικά αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις με προβλήματα στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση D2 ανέρχονται σε 1.053 και χαρακτηρίζονται από τα ιδιαίτερα χαμηλά οικονομικά μεγέθη τους και την ιδιαίτερα χαμηλή ανταγωνιστική θέση τους.

- Το 9,07% των επιχειρήσεων, έναντι 7,63% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση E1, η οποία υποδηλώνει πολύ υψηλό πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις με σημαντικά προβλήματα στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση E1 ανέρχονται σε 453 και χαρακτηρίζονται από τα επιβαρυμένα οικονομικά αποτελέσματα, τα οποία θέτουν σε κίνδυνο την πορεία τους.

- Το 12,83% των επιχειρήσεων, έναντι 6,49% το 2011, κατατάσσεται στην πιστοληπτική διαβάθμιση E2, η οποία υποδηλώνει υψηλότατο πιστωτικό κίνδυνο και αποδίδεται σε επιχειρήσεις με πολύ σημαντικά προβλήματα στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους. Οι επιχειρήσεις με διαβάθμιση E2 ανέρχονται σε 641 και χαρακτηρίζονται από τα εξαιρετικά επιβαρημένα οικονομικά αποτελέσματα, τα οποία θέτουν σε υψηλό κίνδυνο την πορεία τους. Οι 550 από αυτές ήδη έχουν εκδηλώσει φαινόμενα ασυνέπειας έναντι συνεργατών τους και κινδυνεύουν να υπαχθούν ή ήδη βρίσκονται σε πορεία πτώχευσης.

Πηγή: Καθημερινή

       Εκτύπωση σελίδας
Πίσω Αρχή Aρχική σελίδα


ΓΡΑΦΕΙΑ: ΑΓ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ 1, ΜΑΡΟΥΣΙ, Τ.Κ. 151 22. ΤΗΛ. 210 3217721, 210 3310096, 210 3240557, FAX: 210 3216671